ΠΡΟΔΟΤΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ

ΠΡΟΔΟΤΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ

Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2013

«Μάρτυρες, όχι ήρωες»: Οι ιστορίες του Βαρλάμ Σαλάμοφ


white_death«Οι κλέφτες, οι πόρνες και η ΝιΚαΒεΝτε δουλεύουν κυρίως τη νύχτα» (Σοβιετική παροιμία)
Του Γιώργου Λαμπράκου
Για τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης και θανάτωσης γνωρίζουμε πολλά, τόσα ώστε δεν διανοούμαστε να κυκλοφορούμε με καρφιτσωμένο έναν αγκυλωτό σταυρό.
Πόσα γνωρίζουμε όμως για τα κομουνιστικά στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας, τα γκουλάγκ; Όχι αρκετά ώστε να σκεφτόμαστε εύκολα το σφυροδρέπανο ως σύμβολο μιας απερίγραπτης κρατικής καταστολής. Δύο βιβλία, ένα λογοτεχνικό και ένα ιστορικό, μας διαφωτίζουν καλύτερα. 
Οι Ιστορίες από την Κολιμά (μτφρ. Ελένη Μπακοπούλου, Ίνδικτος, 2011) είναι το έργο ζωής του Ρώσου συγγραφέα Βαρλάμ Σαλάμοφ (1907-1982). Γραμμένο σε συνέχειες μετά τη δεκαετία του ’50, το βιβλίο αποτελείται από έξι ενότητες: πέντε ενότητες με ιστορίες (από αφηγήματα των δύο σελίδων μέχρι νουβέλες των εβδομήντα σελίδων), και μία ενότητα με δοκίμια. Κεντρικό θέμα είναι ο ζοφερός βίος στο σταλινικό γκουλάγκ της περιοχής Κολιμά, ενός κολασμένου τόπου στη Βόρεια Άπω Ανατολή, το οποίο άνοιξε τις πύλες του το 1932 για να «υποδεχτεί» εκατομμύρια κρατούμενους, εκατομμύρια «ζέκα». Στις πύλες του υπήρχε μια γνώριμη επιγραφή: «Η εργασία είναι ζήτημα τιμής, ζήτημα δόξας, ζήτημα ανδρείας και ηρωισμού».
Στο στρατόπεδο εργασίας της Κολιμά, στο οποίο οι κρατούμενοι έφταναν με πλοίο από το Βλαδιβοστόκ παρότι βρισκόταν στην ηπειρωτική χώρα της ΕΣΣΔ, υπήρχαν όλων των ειδών οι κρατούμενοι, «πολιτικοί» και «ποινικοί». Ο Σαλάμοφ ανήκε στους πρώτους, καθώς καταδικάστηκε αρχικά το 1929 για διακίνηση της λεγόμενης «Διαθήκης του Λένιν», μιας επιστολής του Λένιν με καταδικαστικά σχόλια για τον Στάλιν. Καταδικάστηκε για δεύτερη φορά την περίοδο των Μεγάλων Εκκαθαρίσεων (1937) ως «τροτσκιστής» και «εχθρός του λαού», ενώ η τρίτη, δεκαετής καταδίκη του το 1943 βασίστηκε απλώς στη δήλωσή του ότι ο Ρώσος εμιγκρές συγγραφέας Ιβάν Μπούνιν είναι ένας «κλασικός Ρώσος συγγραφέας». Ο Σαλάμοφ έζησε συνολικά 20 χρόνια σε γκουλάγκ: 3 χρόνια στη Βισερά (1929-31) και 17 χρόνια στην Κολιμά (1937-1953). Από αυτά, τα 14 δούλευε ως κρατούμενος στα ορυχεία, στις κατασκευές και αργότερα στο νοσοκομείο, ενώ τα 3 εργαζόταν ως «ελεύθερος συμβασιούχος», δηλαδή τυπικά ελεύθερος, αλλά αναγκασμένος να παραμένει στην Κολιμά. Γιατί; Διότι στόχος των σταλινικών αρχών ήταν συνάμα ο αποικισμός αυτής της ακριτικής περιοχής, μιας περιοχής που έχει το μέγεθος της μισής Ευρώπης και αποκαλείτο «χώρα των θαυμάτων», αφού εκεί όλα μπορούσαν να συμβούν. Ή, όπως έλεγαν κυνικά οι ποινικοί της Κολιμά: «Αν δεν το πιστεύεις, δέξου το σαν παραμύθι».
kolima-1Όπως το «Άουσβιτς» για τα ναζιστικά στρατόπεδα, έτσι και η «Κολιμά» έγινε λέξη εμβληματική για τα γκουλάγκ: πολικό ψύχος, δεκατετράωρη δουλειά, ελάχιστος ύπνος, μοναδικό φαγητό το ψωμί και η σούπα, μα όποτε βρίσκανε τρώγανε «γάτες, σκύλους, σκίουρους και κοράκια, και, φυσικά, ψόφια άλογα» (σ. 854), σε έναν τόπο όπου θέριζαν αρρώστιες όπως το σκορβούτο, η φυματίωση, ο τύφος, η σύφιλη, η πελάγρα και η γάγγραινα. Μια μέρα ζυγίζουν τον Σαλάμοφ και τον βρίσκουν 48 κιλά. «Το ύψος μου είναι ένα κι ογδόντα, το κανονικό μου βάρος ογδόντα κιλά. Το βάρος των οστών, σαράντα δύο τοις εκατό του συνολικού βάρους, τριάντα δύο κιλά. Εκείνο το παγωμένο βράδυ μού απέμεναν δεκαέξι κιλά βάρος για όλα τα υπόλοιπα: δέρμα, σάρκα, εσωτερικά όργανα και εγκέφαλο» (σ. 232). Οι ξυλοδαρμοί, φαινόμενο καθημερινό: «Το επιχείρημα της συζήτησης είναι η γροθιά, το στειλιάρι. Μέσο προτροπής ο υποκόπανος, το χτύπημα κατευθείαν στο πρόσωπο» (σ. 283). Ο Σαλάμοφ γίνεται «παλιός» στην Κολιμά, «βιρτουόζος του φτυαριού» και «καθηγητής του καροτσιού», με δάχτυλα «που έχουν κοκαλώσει στο σχήμα της καμπύλης του χερουλιού του κασμά ή του καροτσιού» (σ. 1749).
«Αν η παγωνιά πέσει στους σαράντα-σαράντα πέντε βαθμούς [Κελσίου], η “ζέστη” θα κρατήσει τουλάχιστον δυο μέρες ακόμα, ούτως ή άλλως για πάνω από δυο μέρες δεν έχει νόημα να προγραμματίζεις το οτιδήποτε» (σσ. 40-1). Αυτό είναι ένα τυπικό σαλαμοφικό σχόλιο: ευθύβολο, λιτό, καυστικό, αφοριστικό. (Η θερμοκρασία αναφέρεται συχνά χωρίς το «υπό το μηδέν», που εξυπακούεται.) Στην Κολιμά το ψύχος δεν άφηνε τα πτώματα να σαπίσουν. «Το λάκκο με τα πτώματα τον σκέπαζαν με πέτρες, αλλά η γη δεν δεχόταν νεκρούς: ήταν καταδικασμένοι να μη λιώσουν ποτέ στο αιώνιο ψύχος του Αρκτικού Βορρά» (σ. 727). Τα ευγενή ανθρώπινα αισθήματα, όπως π.χ. η φιλία, έχουν σβήσει: «Αν η δυστυχία και η ανάγκη συσπείρωναν, γεννούσαν ανθρώπινη φιλία, σήμαινε ότι η ανάγκη δεν ήταν ακραία και η δυστυχία δεν ήταν μεγάλη» (σ. 88). Σε αυτές τις συνθήκες όλοι «είχαν θητεύσει στη μεγάλη αδιαφορία, την οποία διδάσκει το στρατόπεδο στους ανθρώπους» (σ. 796). Το μεγαλύτερο έγκλημα στο στρατόπεδο είναι η άρνηση εργασίας: «Στις τρεις αρνήσεις, τουφεκισμός» (σ. 1459).  Αλλά και να μην εκτελείτο ένας κρατούμενος, ο θάνατός του σε τέτοιες μαρτυρικές συνθήκες αποτελούσε λύτρωση: «Καμιά φορά ο άνθρωπος πρέπει να βιαστεί για να μη χάσει τη δύναμη να πεθάνει» (σ. 1333). Ο ίδιος ο Σαλάμοφ επιβίωσε με πολλή τύχη, καθώς και με «το ένστικτο του κρατούμενου [που] μου υπαγόρευε τι είναι καλό και τι κακό, πού είναι ζεστά και πού κάνει κρύο όταν παίζεις κρυφτούλι με τη μοίρα» (σ. 1826).
Το σοβιετικό δικαστικό σύστημα ήταν τόσο αυστηρό, ώστε η σύλληψη ισοδυναμούσε σχεδόν αυτόματα με καταδίκη. Οι άνθρωποι ενίοτε καταδικάζονταν και ως «μέλη οικογένειας»: αν δηλαδή κάποιος κατηγορούνταν ως «εχθρός του λαού», αυτομάτως καθίσταντο «ύποπτα» τα μέλη της οικογένειάς του. Στις δε δίκες εκτυλίσσονται στιγμές απείρου αίσχους και παραλόγου: στην ερώτηση του Σαλάμοφ προς τον στρατοδίκη, «γιατί οι μάρτυρες είναι πάντα οι ίδιοι;», αυτός απαντά: «Η ερώτησή σας δεν άπτεται του θέματος» (σ. 584). Όσο για τα βασανιστήρια που εφάρμοζαν οι «βιρτουόζοι της ΝιΚαΒεΝτε», όπως γράφει ο Σαλάμοφ, «Χημεία και φυσική αποκαλούνταν οι δύο σχολές ανάκρισης» (σ. 644). Η «φυσική» ήταν τα σωματικά βασανιστήρια, ενώ η «χημεία» ήταν τα φάρμακα με τα οποία οι κατηγορούμενοι «ομολογούσαν» στις ανοιχτές εικονικές δίκες του ’30, δίκες πιο φαινομενικά πειστικές και από «τη σχολή της σωματικής έκφρασης του Στανισλάφκσι» (σ. 645).
Αλλά μήπως και οι επικεφαλής είχαν καλύτερη μοίρα, σε τούτη την «εξόντωση της μιας κομματικής γενιάς από την άλλη» (σ. 1550); Ο Μπέρζιν, διοικητής του Ντάλστροϊ, της κεντρικής διοίκησης του συμπλέγματος στρατοπέδων που περιλάμβανε και την Κολιμά, εκτελείται το 1937. Ο αντικαταστάτης του, Γκαράνιν, εκτελείται το 1939. Αλλά και οι αρχηγοί της μυστικής αστυνομίας ΝιΚαΒεΝτε (με διάφορες παραλλαγές ήταν: πρώην Τσεκά, ΓκεΠεΟυ, ΟΓκεΠεΟυ, μετέπειτα ΜιΒεΝτε, ΜιΓκεΜπε, ΚαΓκεΜπε, σήμερα ΕφΕςΜπι) δεν τα πήγαν καλύτερα: ο Γιάγκοντα γίνεται αρχηγός το 1936, αλλά εκτελείται το 1938. Ο Γιέζοφ τον αντικαθιστά, αλλά εκτελείται το 1940. Ο Μπέρια τον αντικαθιστά και αντέχει περισσότερο επειδή είναι μακράν ο σκληρότερος, αλλά κι αυτός εκτελείται, το 1953. «Πίστευαν στην εξουσία. Κι η εξουσία τούς εξαπάτησε», σχολιάζει εύστοχα ο Σαλάμοφ (σ. 1573).
kolima-3Τρομερό ενδιαφέρον παρουσιάζει η αργκό του στρατοπέδου: οι άνθρωποι αποκαλούνται «δέντρα», η απόδραση «πράσινος εισαγγελέας», η φήμη «αρβύλα», ο θάνατος «αποστολή στο φεγγάρι», το ρόπαλο «θερμόμετρο», το λουτρό «αυθαιρεσία». Η καταναγκαστική εργασία στα χρυσορυχεία των αχανών δασικών εκτάσεων (ταϊγκά) μοιάζει με τον «μόχθο των Αιγυπτίων»: είναι τόσο σκληρή ώστε κάποιοι αυτομολύνονται ή αυτοτραυματίζονται για να νοσηλευτούν και να την αποφύγουν. Τα βασανιστήρια περιγράφονται ως ένα «τζαζ οκτέτο» όπου «εφτά βαρούν κι ένας φυσάει», ενώ την πείνα οι γιατροί την αποκαλούν κατ’ ευφημισμό «δυσθρεψία». Και οι χαρές ελάχιστες: μία από αυτές η «μαχόρκα», ο καπνός που είναι «η ύψιστη χαρά του κρατούμενου, η συνέχιση της ζωής» (σ. 1722).
Άντρες και γυναίκες έρχονταν σε κάποια επικοινωνία στην πολιτιστική ομάδα. Σε γενικές γραμμές οι γυναίκες βιάζονταν ομαδικά και χωρίς πολλά-πολλά, «χωρίς Πούσκιν και χωρίς Σαίξπηρ» (σ. 1006), γι’ αυτό και οι γυναίκες των διοικητών κυκλοφορούσαν στην ευρύτερη περιοχή της Κολιμά πάντα συνοδευμένες. Η απόδραση ήταν αδύνατη, και μόνος ένας τα κατάφερε, αν και ύστερα από δύο χρόνια τον συνέλαβαν εξαιτίας της συζύγου του. Σε άλλη περίπτωση, ένας δεκανέας πυροβόλησε έναν δραπέτη και στη συνέχεια του έκοψε τα χέρια και τα πήρε μαζί του για τα αποτυπώματα. Ο δραπέτης όμως, που δεν είχε πεθάνει, σηκώθηκε κάποια στιγμή και επέστρεψε στο στρατόπεδο, χωρίς χέρια, για να νοσηλευτεί. Ο Σαλάμοφ περιγράφει τη γενικότερη κατάσταση ως εξής: «Γύρω μου είχαν πεθάνει πολύ περισσότεροι άνθρωποι από ό,τι σε οποιαδήποτε μάχη του πολέμου. Πέθαναν χωρίς κανέναν πόλεμο, πριν από οποιονδήποτε πόλεμο» (σ. 443).
salamovΕκτός φυσικά από τα διηγήματα, αξιανάγνωστα είναι τα «Δοκίμια για τον κόσμο του εγκλήματος» στα οποία ο Σαλάμοφ στηλιτεύει αφενός τους κατ’ επάγγελμα εγκληματίες (τους «ουρκάτς»), αφετέρου τους συγγραφείς που εξιδανικεύουν τον δήθεν ρομαντικό βίο του κακοποιού που με τα σαδιστικά εγκλήματά του υποτίθεται πως σπάει τα δεσμά της κοινωνίας. Εδώ πρέπει να αναφερθούμε στον Λένιν, για τον οποίον το έγκλημα οφείλεται στην «καταπίεση των μαζών», συνεπώς θα εξέλειπε μόλις θα έπαυε και η (καπιταλιστική) καταπίεση. Αντιθέτως, ο Σαλάμοφ ισχυρίζεται ότι ο υπόκοσμος λειτουργεί ως μια αυστηρά ιεραρχημένη μαφία, όπου τα νέα μέλη μαθαίνουν από νωρίς το έγκλημα ανεξάρτητα από τις ενδεχόμενες ελλείψεις ή δυσχέρειες της ζωής τους, αποκτώντας «αλήτικο αίμα» που μετά είναι αργά για να το αποτινάξουν. Στη σαδιστική βία του στρατοπέδου συμμετείχαν επίσης οι ομαδάρχες και οι επόπτες των κρατουμένων παρότι, ή ακριβώς επειδή, είναι και οι ίδιοι κρατούμενοι, και πάσχιζαν να διατηρήσουν κάποια μικροπρονόμια. Οι δε ποινικοί στην Κολιμά δέρνουν τους πάντες και κλέβουν τα πάντα, αλλά ο Σαλάμοφ έχει πάρει τις προφυλάξεις του. Εξάλλου, όπως γράφει: «Εκτός από ψείρες, δεν είχα τίποτ’ άλλο επάνω μου» (σ. 582).
«Το πεπρωμένο μας είναι ένα έγκλημα, το μεγαλύτερο έγκλημα του αιώνα» (σ. 481). Γιατί οι σοβιετικές αρχές έστελναν εκατομμύρια ανθρώπους στα γκουλάγκ; Μήπως για «αναμόρφωση», όπως έλεγαν επίσημα; Μάλλον όχι. Όπως υποστηρίζει ο Σαλάμοφ, η συντριπτική πλειονότητα των τροφίμων των γκουλάγκ δεν ήταν ουσιαστικοί πολιτικοί αντίπαλοι του Στάλιν. Όπως γράφει, «Οι συλλήψεις της δεκαετίας του τριάντα ήταν συλλήψεις τυχαίες» (σ. 603), ενώ «το σταλινικό δρεπάνι του θανάτου θέριζε τους πάντες, χωρίς διαφοροποίηση» (σ. 798). Ακόμα και οι «πενηνταοχτάρηδες», οι «εχθροί του λαού» που είχαν καταδικαστεί με το διαβόητο άρθρο 58, δεν ήταν κατεξοχήν πολιτικοί κρατούμενοι. «Ο ατιμώρητος διωγμός εκατομμυρίων ανθρώπων πέτυχε ακριβώς γιατί οι άνθρωποι αυτοί ήταν αθώοι. Ήταν μάρτυρες, όχι ήρωες» (σ. 729). Ο ακραίος παραλογισμός, η σύγχυση και η αντιστροφή εννοιών και αξιών φανερώνονται στο πρόσωπο μιας γυναίκας που, αφότου καταδικάστηκε ως μέλος οικογένειας του τουφεκισμένου άντρα της, και «νόμιζε αφελώς ότι ο άντρας της σε κάτι είχε φταίξει, ηρέμησε όταν βρέθηκε κρατούμενη η ίδια. Όλα ξεκαθαρίστηκαν, έγιναν λογικά, απλά, σαν κι αυτήν υπήρχαν δεκάδες χιλιάδες άλλοι» (σ. 860).
Οι συγγραφείς του μέλλοντος, μας λέει ο Σαλάμοφ, «θα γράψουν μόνο για ό,τι ξέρουν, ό,τι είδαν. Η αξιοπιστία, νά ποια θα είναι η πρόζα του μέλλοντος» (σ. 192). Πόσο αξιόπιστος είναι ο ίδιος; Ο Αλεξάντερ Σολζενίτσιν, ο κατεξοχήν Σοβιετικός που συνδέθηκε ως άνθρωπος και ως συγγραφέας με το «Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ», έγραψε: «αναγνωρίζω με σεβασμό ότι αυτός [ο Σαλάμοφ] κι όχι εγώ κατάφερε να καταδείξει το βάθος της αγριότητας και της απελπισίας στα οποία μάς έριχνε η καθημερινότητα των στρατοπέδων» (βλ. τον κατατοπιστικό «Πρόλογο» της μεταφράστριας). Συνάμα, και προτού ολοκληρώσουμε με τις Ιστορίες του Σαλάμοφ, ας κάνουμε μια σχετική παρέκβαση για να αναφερθούμε στο ιστορικό έργο της Αν Άπλμπαουμ, Γκουλάγκ (μτφρ. Ελευθερία Τσίτσα, Ιωλκός, 2009).
kolima-2Η ιστορικός αναφέρει ότι ο Σαλάμοφ είναι ο μοναδικός συγγραφέας του οποίου οι ιστορίες βασίζονται, σε τόσο μεγάλο βαθμό, σε «πραγματικά γεγονότα» (σ. 29), και ο οποίος «περιγράφει τη βαρβαρότητα που χαρακτήριζε τη ζωή στα στρατόπεδα με λεπτομέρειες που ξεπερνούν τις περιγραφές κάθε άλλου συγγραφέα» (σ. 433). Η Άπλμπαουμ υποστηρίζει ότι στη Σοβιετική Ένωση λειτούργησαν συνολικά τουλάχιστον «476 διαφορετικά συμπλέγματα στρατοπέδων» που περιλάμβαναν «δεκάδες ή ακόμα και εκατοντάδες μικρότερες μονάδες στρατοπέδων» (σ. 237), ενώ οι «καλύτερες εκτιμήσεις υποδεικνύουν ότι περίπου 18 εκατομμύρια άνθρωποι πέρασαν από αυτό το αχανές σύστημα», συν περίπου 6 εκατομμύρια εκτοπισμένοι σε ερήμους και δάση (σ. 21, ως «αχανές σύστημα» χαρακτηρίζεται όλο το Γκουλάγκ, στον ενικό). Στους κρατούμενους σε γκουλάγκ πρέπει ακόμα να προστεθούν «τέσσερα εκατομμύρια αιχμάλωτοι πολέμου» και «επτακόσιες χιλιάδες κρατούμενοι σε στρατόπεδα φιλτραρίσματος», οπότε φτάνουμε στα «28,7 εκατομμύρια» ανθρώπων σε καταναγκαστικά έργα στην ΕΣΣΔ σε περίπου μία τριακονταετία (σσ. 686-7). Είχε άραγε η ΕΣΣΔ τόσα εκατομμύρια «αριστοκράτες» και «μεγαλοαστούς»; Ή μήπως οι καταδικασθέντες ήταν κατά κύριο λόγο αγρότες, εργάτες, υπάλληλοι, καλλιτέχνες κ.λπ., δηλαδή «προλετάριοι»; Μήπως «εχθρός του λαού» ανακηρυσσόταν εντέλει ο ίδιος ο «λαός»;
Στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας υπήρχαν και επί Τσάρου, αλλά αυξήθηκαν δραματικά επί Λένιν: ένα από τα μεγαλύτερα, το Σολοβέτσκι, άρχισε να λειτουργεί ως γκουλάγκ το 1923. (Στον Λένιν οφείλουμε και την έκφραση «εχθρός του λαού», σ. 153). Ωστόσο η σοβιετική ηγεσία, κυρίως επί Στάλιν και μετά το 1929, διεύρυνε τον διπλό ρόλο των στρατοπέδων: την οικονομική ενίσχυση του κράτους με τη βιομηχανική εκμετάλλευση των τεράστιων φυσικών πόρων, καθώς και τη διά της εργασίας εξόντωση των χαρακτηρισμένων ως «εχθρών του λαού». Τα γκουλάγκ λειτουργούσαν λοιπόν ως μεγαμηχανές ανάπτυξης της σοβιετικής οικονομίας, ιδίως με το ξέσπασμα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Γι’ αυτό οι κρατούμενοι αποκαλούνταν «μονάδες εργασίας» που έπρεπε να πετυχαίνουν καθημερινά ένα ορισμένο ποσοστό παραγωγής, την καθημερινή «νόρμα» και συνολικά το εκάστοτε «πενταετές πλάνο». Πραγμοποίηση: αυτός δεν είναι ο εύστοχος μαρξιστικός όρος;
SALAMOV-photoΣχετικά με το ζήτημα της «ορθολογικότητας» των γκουλάγκ, η Άπλμπαουμ γράφει το εξής: ναι μεν οι κρατούμενοι ήταν καταδικασμένοι με επίσημους νόμους του κράτους, ωστόσο η σύλληψή τους, και ιδίως η βίαιη αντιμετώπισή τους στα στρατόπεδα, υπερέβαιναν κάθε λογική. Η ιστορικός επιβεβαιώνει την άποψη του Σαλάμοφ ότι μοναδικός κρατικός στόχος ήταν να γεμίσουν τα γκουλάγκ με δούλους-εργάτες που δεν είχαν κανένα δικαίωμα στη ζωή, κι αυτό απλώς επειδή τους νεκρούς τούς αντικαθιστούσε η Μόσχα με συνοπτικές διαδικασίες. Στην ερώτηση προς έναν κομουνιστή για τα γκουλάγκ, δύο είναι πιθανότερες απαντήσεις: αν είναι σκληροπυρηνικός, θα πει ότι τα γκουλάγκ ήταν απαραίτητα για τους «εχθρούς του λαού», ενώ αν είναι μετριοπαθής θα πει ότι οι κρατικές αρχές απλώς υπερέβαλαν ή και παραστράτησαν. Κι όμως, η Σοβιετική Ένωση δεν «παραστράτησε»: το σχέδιο καταναγκαστικής εργασίας, έως εξόντωσης, ήταν ήδη από την εποχή του Λένιν ένα ορθολογικό, κρατικά σχεδιασμένο σύστημα, ήταν η «τρομαχτική στάμπα του ολοκληρωτικού κράτους» (Σαλάμοφ, σ. 1522) που στοίχισε τη ζωή, μόνο στην Κολιμά, σε εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους (κάποιες εκτιμήσεις μιλούν μέχρι και για 3 εκατομμύρια), και είχε ένα υψηλό (όχι όμως το αναμενόμενο) οικονομικό αποτέλεσμα.
Ας αφήσουμε όμως τα ιστορικά ζητήματα, για τα οποία υπάρχουν πιο αρμόδιοι, και ας επιστρέψουμε στο αρχικό μας μέλημα, τη λογοτεχνία του Σαλάμοφ. Τα διηγήματά του ξεκινούν συνήθως με μια στακάτη εικόνα ή ιδέα, που σε εισάγει κατευθείαν στο θέμα, π.χ. «Στην ομάδα του Σμελιόφ στοίβαζαν ανθρώπινα απόβλητα» ή «Αυτό ήταν ξένο ψωμί, το ψωμί του φίλου μου». Έπειτα η ιστορία εξελίσσεται σε ύφος απέριττο, στιβαρό και ανεπιτήδευτο, φτιάχνοντας σταδιακά ένα ολοκληρωμένο μωσαϊκό όπου διάφορα πραγματικά γεγονότα παρουσιάζονται συνήθως με μυθοπλαστική αμφίεση και μέσα από το ζωντάνεμα ημιθανών, ιστορικά υπαρκτών ανθρώπων. Ο Σαλάμοφ δεν είναι ένας διανοουμενίστικος συγγραφέας, αλλά ένας οξυδερκής παρατηρητής της ζωής και του θανάτου, ευαίσθητος, λυρικός, πικρά ειρωνικός («η ειρωνεία είναι το όπλο των άοπλων», σ. 978) και σχεδόν ποτέ διδακτικός. Ένα λογοτεχνικό βιβλίο-ντοκουμέντο σχεδόν 2000 σελίδων, που δεν καταντά πλαδαρό ακόμα κι όταν επαναλαμβάνεται, αποτελεί θαυμαστό επίτευγμα, όπως ασφαλώς και η ανά χείρας μετάφρασή του.
«Το ηθικό μέτρο είναι ένα μέτρο πολύ σημαντικό για τον κρατούμενο. Είναι το βασικό πρόβλημα της ζωής του. Αν παρέμεινε άνθρωπος ή όχι» (σ. 797). Τις Ιστορίες από την Κολιμά διαπνέει ένα πανίσχυρο ηθικό σθένος, που ο αναγνώστης αποκλείεται να μη νιώσει εις βάθος. Δεν είναι ένα σθένος με τη φτηνή έννοια του «τι ωραία που δεν περνώ όλα αυτά τα μαρτύρια», αλλά με την ακριβή έννοια του «ακόμα και στις χειρότερες συνθήκες ένας άνθρωπος ενδέχεται να διαθέτει αρκετή δύναμη και αξιοπρέπεια ώστε να επιβιώσει». Ο Σαλάμοφ μοιάζει σαν να επιβίωσε μόνο και μόνο για να καταγράψει τις εμπειρίες του: «Ήξερα ότι δεν θα επιτρέψω στη μνήμη μου να ξεχάσει τίποτα απ’ όσα είδε» (σ. 1122). Μπορεί ο συγγραφέας να λέει ότι στην Κολιμά «πέρασε με δυο δεκάδες λέξεις» (σ. 680), αλλά με την απελευθέρωσή του οι λέξεις τον ξαναβρήκαν, τις ξαναβρήκε και αυτός, και με την αρωγή τους έχτισε ένα μνημείο ανθρωπιάς για τις μνημειώδεις θηριωδίες που βίωσε, μαζί με τόσους άλλους, στο Γκουλάγκ. Κι όταν ο Σαλάμοφ γράφει, δικαίως υπερήφανα, «πρόλαβα τον θάνατο του Στάλιν κι επέστρεψα στη Μόσχα» (σ. 1480), εμείς οι πνευματικά και ηθικά εξυψωμένοι αναγνώστες του αναγνωρίζουμε ποιος από τους δύο άνδρες ήταν ο πραγματικός νικητής.
SALAMOV-KolymaΙστορίες από την Κολιμά
Βαρλάμ Σαλαμόφ
Εκδόσεις Ίνδικτος 2011
Μτφρ. Ελένη Μπακοπούλου







gulag
Γκουλάγκ
Αν Άπλμπαουμ
Εκδόσεις Ιωλκός 2009
Μτφρ. Ελευθερία Τσίτσα





Δεν υπάρχουν σχόλια: