ΠΡΟΔΟΤΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ

ΠΡΟΔΟΤΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ

Παρασκευή, 12 Απριλίου 2013

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ : Ο άνθρωπος που εκλειούσε μέσ' τα στέρνα του όλη την Ελλάδα


γράφει η Άννα Δημητρίου


Μελετώντας τό έργο τοϋ Αριστοτέλη Βαλαωρίτη διερωτάσαι, άν τό έργο αυτό είναι άπλα ποίησι ή Δράσι Εθνική; Είναι ποιητής ό Βαλαωρίτης ή ένας θερμός πατριώτης, πού όλα του τά βιώματα -οί 'Αγώνες του Έθνους- τά εξέφρασε ποιητικά;
Γιά ένα, όμως, είσαι σίγουρος. Γιά τήν απέραντη αγάπη του πρός τήν Ελλάδα, Ιδίως εκείνη, πού στέναζε ακόμα κάτω άπό τόν Τούρκικο ζυγό.
Ό Βαλαωρίτης έμπρακτα πήρε μέ­ρος σ' όλες σχεδόν τίς άπολυτρωτικές κινήσεις τών υποδούλων τμημάτων τού ελληνισμού Στά 33 του χρόνια πρωτοεκλέγεται στήν Λευκάδα βου­λευτής και αρνούμενος την προνομιούχο θέση του έπαρχου που του προσφέρουν οι Άγγλοι για να τον δελεάσουν, τους γνωστοποιεί  πως «η ψυχή του δεν είναι προς πώληση».

Ή ένωσις τών Έπτανήσων μέ τήν Ελλάδα γίνεται τό λάβαρο του. Μέσα στήν επτανησιακή Βουλή άπό τό 1857 έως τό 1863 ή φωνή του φλέγει τίς
ψυχές, καθοδηγεί, αγωνίζεται, ώσπου νάρθη ή ποθητή νίκη. Ή ένωσι μέ τήν Μητέρα Ελλάδα.


Κι όμως! Ό ποιητής δέν σταματά έδώ. Δέν τόν κούρασαν οί Αγώνες του γιά τήν Επτάνησο. Όταν τό 1866 ξέ­σπασε ή Κρητική Έπανάστασι, οί αγο­ρεύσεις του γιά τήν συγκρότησι Εθνι­κού στρατού, οί διαμαρτυρίες του ενα­ντίον τών.. διπλωματικών μεθόδων, δέν συγκλόνισαν μονάχα τήν Ελλάδα, άλλά πέρασαν καί τά σύνορα «αισθάν­θηκαν τό δέος πού μπορούσε νά σκορπίση κι ένας μόνον άνθρωπος, όταν αυτός ό άνθρωπος έκλειούσε μέσ' τά στέρνα του όλη τήν Ελλάδα καί τήν έκαμε απόλυτα ένα μέ τήν ίδια του τήν καρδιά» λέγει ό "Αγγελος Σικελιανός.
Καί αυτό ακριβώς μετέφερε στήν ποίησί του ό Βαλαωρίτης. Τόν ήρωϊκό, επικό τόνο τής δράσεως. Οί αγώνες τού έθνους του υπέρ τής Ελευθερίας, οί ήρωες τών βουνών, οί άρματωλοί καί οί κλέφτες, τά επικά επεισόδια τού εικοσιένα είναι τά κυριώτερα θέματα τών εμπνεύσεων του.
Στό ποίημα του ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΔΙΑΚΟΣ παρουσιάζει τήν μάχη τής Αλαμάνας, τήν συντριβή τών παλληκαριών μπροστά στήν αριθμητι­κή υπεροχή τοϋ εχθρού, τήν γενναιό­τητα τού Διάκου, πού έμεινε ώς τό τέλος μόνος πολεμώντας «δέκα χιλιά­δες κ' ένας» καί φυσικά τήν σύλληψί του. Έδώ ό Βαλαωρίτης γίνεται συ­γκλονιστικός. Παρουσιάζει τόν Διάκο αλυσοδεμένο καί κλεισμένο στό μπου­ντρούμι τού Όμέρ Βρυώνη. 
Κι όμως, δέν μένει μόνος! "Ερχονται καί τόν συντροφεύουν όλοι οί σκοτωμένοι σύντροφοι «λιοντάρια πού δέν άφησαν τόν "Αδη σ' ησυχία» καί του φιλούν τό μέτωπο καί τόν περιδροσίζουν... Καί νά πώς αποκρίνεται ό Διάκος βλέποντας άπό τόν ουρανό τήν Πόλη :
Δεσπότη! ποιά είναι εκείνη ή χώρα πού μαυρολογά, χτισμένη σ' έπτά Ράχες;
Προσκύνησε τόν θρόνο τού πρώτου μας τού βασιλιά, τό μνήμα τοϋ στερ­νού μας.Πώς τρέμεις Διάκε; Γιατί κλαις; Θανά­ση είναι δική μας
Βλέπει, όμως καί τόν Πατριάρχη, τά μαρτύρια του. Σπαράζει τάγιο λείψανο. Τάχόρταγα τά όρνεα ολόγυρα του σφίγγονται. Τού ξέσχισαν τά ράσα. Ξεγύμνωσαν τά στήθεια του κι έφάνηκε στόν ήλιο απόκρυ­φη λαβωματιά...
Πλάκωσαν κι οί Εβραίοι καί ξεκρέμα­σαν τόν νεκρό. Αρπάζουν τήν τριχιά του, δαιμονισμένοι τρέχουνε...
Μέ τόν μαρτυρικό θάνατο τού Διά­κου τελειώνει τό ποίημα αυτό, υπέρο­χο δείγμα τής πατριωτικής έξάρσεως του ποιητή.
Στόν ΑΣΤΡΑΠΟΠΑΝΝΟ παρουσιάζει τά αίσθήματα πού έδεναν τούς αδάμα­στους Κλέφτες μεταξύ τους. Αίσθήματα φιλίας και αγάπης ως τον θάνατο .Οι κλέφτες που πεθαίνοντας θέλουν να ακούσουν μόνο τον ήχο από το ματωμένο τους καρυοφύλι 
«Τρέχα παιδί μου γρήγορα τρέξε ψηλά στη ράχη και ρίξε τό τουφέκι μου. Στόν ύπνο μου επάνω θέλω γιά ύστερη φορά ν' ακούσω τή βοή του» 
Αυτά λέγει ό Γεροδήμος στό ποίημα Ο ΔΗΜΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΡΙΟΦΥΛΙ ΤΟΥ. Μιλάει γιά τούς αγώνες πενήντα χρό­νων καί ζητά άπό τά παλληκάριά του, καθώς είναι σιμά του, νά μή τόν κλά­ψουν, γιατί «του ανδρειωμένου ό θά­νατος δίνει ζωή στή νιότη».
Τό Σούλι επίσης υμνείται άπό τόν ποιητή. Ή καταστροφή του καί ό εξαν­δραποδισμός τών γενναίων κατοίκων του σκοτεινιάζει τήν ζωή τών διασωθέ­ντων Σουλιωτών. Ό καλόγερος τους, επίσης, ό Σαμουήλ, πού έμεινε στο Σούλι κι έγινε ολοκαύτωμα, είναι τό σύμβολο τής θυσίας καί τής φιλοπα­τρίας. Καλύτερα ό θάνατος παρά ό άτιμασμός. Καί θάνατος πού ούτε το πτώμα των συντρόφων του, αφήνει στα χέρια των απίστων Το Κούγκι ανατινάζεται  παρασέρνο­ντας στόν θάνατο καί πολλούς έκ τών Οθωμανών καί Αλβανών.
Ο ΑΣΠΑΣΜΟΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ  ΜΗΤΕΡΑ ΕΛΛΑΔΑ είναι τό ποίημα πού εκφράζει τόν πόθο του ποιητή, γιά τήν Ένωσι τών 'Επτανήσων μέ τήν "Ελλάδα. Καί εξεδόθη ακριβώς τήν ήμερα τής εκπληρώσεως του πόθου αυτού.
Στό ποίημα αυτό συγκινητικά τά Ιόνια νησιά ζητούν άπό τήν Μητέρα Ελλάδα νά τά πάρη κοντά της! Νά μοιράζονται τίς συμφορές, τόν πόνο καί τά δάκρυα της.
«Σφίξε μας, μάννα, σφίξε μας. Γυ­μνά, ξαρματωμένα, σάν νάτανε κατάδι­κο, σάν νάταν νικημένα, έρχονται μές τόν κόρφο σου. Δώσε μας τήν ευχή σου...»
Καί δέν μπορεί νά μή νοιώθης πόνο καί θλίψη, όταν τά λόγια αυτά δέν ακούγο­νται κι άπό τ' άλλο Νησί μας, πού κινδυνεύει σήμερα ν' αφανισθεί ολό­κληρο άπό τόν ίδιο εχθρό. Τήν προδο­μένη, γλυκειά ΚΥΠΡΟ.ΠΗΓΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια: