ΠΡΟΔΟΤΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ

ΠΡΟΔΟΤΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ

Τρίτη 27 Μαΐου 2014

Μετεκλογική ανάλυση και σχολιασμός.

 

Ολοκληρώθηκαν οι ευρωεκλογές καθώς και ο β΄ γύρος των αυτοδιοικητικών εκλογών. Άφθονα τα δεδομένα – πλούσια τα συμπεράσματα. Τι να πρωτοσχολιάσει κανείς!

Όπως ήταν αναμενόμενο ο ΣΥΡΙΖΑ απέσπασε το μεγαλύτερο ποσοστό των ψήφων, αν και ουσιαστικά σημείωσε πτώση σε σχέση με τα ποσοστά του κατά τις προηγούμενες (βουλευτικές) εκλογές, δείχνοντας ότι, παρά την εξοντωτική για τα λαϊκά στρώματα μνημονιακή πολιτική της κυβερνήσεως και την προφανή διάθεση των πολιτών για αποδοκιμασία της, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κατάφερε να επωφεληθεί αποτελεσματικώς από την γενική αντικυβερνητική δυσαρέσκεια και να την κεφαλαιοποιήσει πολιτικά. Μένει όμως, ως αξιοσημείωτο στοιχείο το δεδομένο ότι, ένεκα της καταστροφικής διακυβερνήσεως της χώρας εκ μέρους του διεφθαρμένου αστικού πολιτικού κατεστημένου κατά την διάρκεια των 40 ετών της μεταπολιτεύσεως, η Ελλάς έχει οδηγηθεί στην θλιβερή κατάσταση, 65 χρόνια μετά την συντριβή της κομμουνιστικής ανταρσίας στο Γράμμο και στο Βίτσι και 25 χρόνια μετά την κατάρρευση των απάνθρωπων κομμουνιστικών δικτατοριών στην Ανατολική Ευρώπη, μία Ελλάς υπό κατάλυσιν, κατακλυσμένη από αναρίθμητες κι ανεξέλεγκτες ορδές αλλοφύλων εισβολέων κατά τις επιταγές της ΝΠΤΠ και των επιχωρίων της τοποτηρητών, να έχει ένα μαρξιστικό, κομμουνιστογενές κόμμα, με σταθερώς ανθελληνικές θέσεις στα εθνικά θέματα, ένα κόμμα που απροκάλυπτα ενθαρρύνει τον λαθροεποικισμό της χώρας από τριτοκοσμικούς εισβολείς, να έρχεται πρώτο στις ευρωεκλογές, καλούμενο ήδη να διοικήσει την μεγαλλίτερη περιφέρεια της χώρας!

Η από συστάσεώς της εθνοπροδοτική Ν.Δ. υπέστη, όπως ήταν αναμενόμενο, σημαντική πτώση, εισπράττοντας τα επίχειρα της καταστροφικής ξενόδουλης πολιτικής της. Απευθυνόμενη, ωστόσο, στην έμφυτη χαρακτηριστική δειλία των αστών, μέσω της καλλιέργειας τεχνητών διλημμάτων, επενδύοντας σε φοβικά σύνδρομα και σε κινδυνολογία του τύπου «ο ΣΥΡΙΖΑ θα δημεύσει τις καταθέσεις και θα μας βγάλει από το ευρώ», κατάφερε για μια ακόμη φορά να μαντρώσει εκβιαστικά πολλούς συντηρητικούς ψηφοφόρους, ιδίως μεγάλης ηλικίας, με την παγία τους κι ολέθρια γνωστή αδιέξοδη λογική του «λιγότερο κακού».

Το κλεπτοΠΑΣΟΚ, πάλι, μεταμφιεζόμενο με την μάσκα της «Ελιάς», την οποία θέλησε να χρησιμοποιήσει ως σημαία ευκαιρίας προς εξαπάτηση των αφελών, θριαμβολογεί επειδή η αναμενόμενη συντριβή του περιορίστηκε από το 12% των τελευταίων βουλευτικών εκλογών στο 8% τώρα. Αρκούσε βεβαίως ένα ελάχιστο υποσύνολο της στρατιάς των παρασιτικών ραμολιμέντων, παλαιοπρασινοφρουρών και βολεψάκηδων-βυσματιών-ωφελημένων της πάλαι ποτε ΠΑΣΟΚοκρατίας, ώστε το άθλιο αυτό μαφιόζικο μόρφωμα με την αλαζονική εκτοπλασματική ηγεσία του να κατορθώσει μετά βίας να φθάσει το 8%.

Τα παλαιοσταλινικά απολιθώματα του Κ.Κ.Ε. από την άλλη, συγκαταλέγονται στους θεωρούμενους «νικητές» των εκλογών, μια που εμφάνισαν ελαφρά άνοδο των ποσοστών τους, αν και οι μονότονα υστερικές αντιφασιστικές κραυγές και οιμωγές που εξέπεμπαν μέσω των Συστημικών μ.μ.ε. – στα οποία είχαν σταθερά προνομιακή παρουσία και μεταχείριση (αυτοί οι «επαναστάτες» αντικαπιταλιστές….) καθ’ όλη την διάρκεια της προεκλογικής περιόδου – προς μεγάλη απογοήτευσή τους μάλλον δεν έπιασαν τόπο…

Το «Ποτάμι», το στημένο αυτό μηντιακό συνονθύλευμα, που κατασκευάστηκε και υπερπροβλήθηκε από τα μ.μ.ε. προκειμένου να αποτελέσει εφεδρεία ανάγκης και συγκολλητική ουσία για μελλοντική χρήση του Συστήματος σε περίπτωση ανάγκης συμμαχικών κυβερνήσεων, δήλωσε μια αναιμική πρώτη παρουσία – μάλλον δυσανάλογη των τυμπανοκρουσιών και της σκανδαλώδους υπερπροβολής της οποίας έτυχε κατά την προεκλογική περίοδο.

Οι «ψεκασμένοι» ΑΝ.ΕΛ. ξεφούσκωσαν όπως ήταν αναμενόμενο, πέφτοντας στο μισό του ποσοστού των βουλευτικών εκλογών, ακολουθώντας την προδιαγεγραμμένη και απολύτως προβλέψιμη πορεία των ευκαιριακών κομματικών κατασκευασμάτων διαμαρτυρίας που στερούνται κάποιων βαθύτερων ιδεολογικών θεμελίων ή σταθερών και που αναλώνονται στην ανακύκλωση κοινοτύπων λεκτικών πυροτεχνημάτων και μόνο, μέχρι να φθάσουν να διαλυθούν εις τα εξ ων συνετέθησαν.

Εξαιρετικώς ευχάριστη έκπληξη απετέλεσε η συντριβή της ανθελληνικής ΔΗΜΑΡ, τα στελέχη της οποίας με την προνομιακή παρουσία τους στα μ.μ.ε. και τον δημόσιο λόγο εν γένει, πρωτοστατούν στην μανιώδη εκτόξευση και διάχυση του αντεθνικού, εθνομηδενιστικού δηλητηρίου στην ελληνική κοινωνία.

Στα αξιοπρόσεκτα υπήρξε μεταξύ των άλλων και η επανεμφάνιση του γνωστοῦ καιροσκόπου Καρατζαφέρη. Ήταν παραπάνω από εμφανές ότι το Σύστημα έκανε το παν (με την στοχευμένη υπερπροβολή του στα μ.μ.ε.) για την νεκρανάσταση του ΛΑ.Ο.Σ., παράλληλα με το βιαστικό στήσιμο και άλλων νερόβραστων αστο-πατριωτικών νέων κομμάτων (Πολύδωρα, Ψωμιάδη, κ.λπ.), σε μια αγωνιώδη προσπάθεια να αποσπάσει κάποιους ψηφοφόρους από την Χ.Α., τις οποίες να διοχετεύσει προς μια πιο ελεγχόμενη και ασφαλή κατεύθυνση, πράγμα που σε ένα μικρό βαθμό κατάφερε.


Αφήνουμε τελευταία την περίπτωση της Χρυσής Αυγής που, αν και δεν κατάφερε να φθάσει σε διψήφιο ποσοστό, όπως προσδοκούσε, πλησίασε το 10%, αναδεικνυόμενη τρίτο σε δύναμη κόμμα, αυξάνοντας θεαματικά τα ποσοστά της (σε σύγκριση με τις βουλευτικές εκλογές). Πρέπει αφ’ ενός σε μιάν αποτόμηση να λάβει κανείς υπ’ όψιν τις απηνείς και άρον-άρον κακοστημένες διώξεις, πέραν πάσης εννοίας στοιχειώδους νομιμότητος αλλά και σοβαροφανείας, φυλακίσεις στελεχών με αστεία προσχηματικά κατηγορητήρια (μεταξύ των οποίων του γ.γ. και της μισής κοινοβουλευτικής ομάδας), τις άνανδρες δολοφονίες μελών (από σκοπίμως αφημένους να αλωνίζουν ακροαριστερούς τρομοκράτες), το αδιάκοπο ιεροεξεταστικού τύπου κυνήγι μαγισσών, την ιδεολογική δαιμονοποίηση και μιαν αήθη επικοινωνιακή καταιγίδα, που περιελάμβανε από «νουθεσίες» προς τους ψηφοφόρους (για να «διορθώσουν» την ψήφο τους), εκτόξευση λάσπης, αδιάκοπη πλύση εγκεφάλου του τηλεοπτικού κοινού, έως και έμμεσες, πλην σαφείς, απειλές προς τους ψηφοφόρους για κοινωνικές και ποινικές συνέπειες που θα έπρεπε να αναμένουν εφ’ όσον συνεχίζουν να έχουν «λανθασμένες» ιδέες, προτιμήσεις, κ.λπ. Χαίρε «φιλελεύθερη» «δημοκρατία», χαίρε!
Είναι μεν εντυπωσιακή, αλλά όχι και εκπλήσσουσα για όσους έχουν μάτια και αντίληψη περί της απόλυτης και ουσιαστικά μονόχνωτης δικτατορίας των κρατούντων μ.μ.ε., η καθολική σύμπνοια του πολιτικού και δημοσιογραφικού κατεστημένου στον τηλεοπτικό αποκλεισμό και την προπαγάνδα εναντίον της Χ.Α. – η οποία βεβαίως, ως ένα βαθμό, λειτούργησε αντίστροφα σε σχέση με τους στόχους των εμπνευστών της, αφού της επέτρεψε να εισπράττει τις συμπάθειες όσων πολιτών αντιλαμβάνονταν κι ενοχλούνταν από το εξόφθαλμον του πράγματος, που και από μόνο του συνιστά αυτοαναίρεση της ψευτο-δημοκρατίας. Διότι σε κάθε περίπτωση η στάση και συμπεριφορά των «δημοκρατικών» κομμάτων, των μ.μ.ε. και των θεσμικών παραγόντων απέναντι στην Χ.Α. καθ’ όλο το προηγούμενο διάστημα, συνιστούν το πιο εντυπωσιακό ξεβράκωμα της αστικής δημοκρατίας – αποκάλυψη της κολοσσιαίων διαστάσεων απάτης του κοινοβουλευτισμού, στα μάτια και των πλέον αφελών, αφού απεδείχθη πέραν πάσης αμφιβολίας ότι οι υποκριτικές διακηρύξεις της δημοκρατίας περί θρησκευτικής προσκολλήσεως στις διατυμπανιζόμενες αρχές της ελευθεροφωνίας, πολυφωνίας, ελευθερίας στη διακίνηση των ιδεών, ισονομίας, σεβασμού σε όλες τις απόψεις, δεν αποτελούν παρά προσχηματικά προπαγανδιστικά τεχνάσματα, που εύκολα παραπετῶνται μόλις οι φαύλοι ταγοί του προδοτικού Συστήματος εξουσίας αισθανθούν απειλούμενοι. «Η δημοκρατία δεν έχει αδιέξοδα» λένε, αλλά, όταν με δημοκρατικές διαδικασίες (αρχή της πλειοψηφίας, ψηφοφορία) ένα αποτέλεσμα δεν είναι αρεστό στους εξουσιαστές, τότε οι δημοκρατικές αρχές εγκαταλείπονται… Τότε προέχει η «υπεράσπιση» της δημοκρατίας με μεθόδους …δικτατορικές και μάλιστα απροκάλυπτα και κυνικά!
Θα προσθέταμε εδώ παρενθετικώς ὀτι η δημοκρατία, πράγματι, δεν έχει αδιέξοδα: είναι η ίδια ένα απόλυτο αδιέξοδο, κι αυτό αναδεικνύεται ακόμη και σ’ αυτήν την πέτρα του σκανδάλου, την Χρυσή Αυγή.
Η οποία εισπράττει τα οφέλη του απολύτου ξεγυμνώματος του Συστήματος – χωρίς όμως, δυστυχώς, να διαθέτει τις στοιχειώδεις προϋποθέσεις αληθινής καθοδηγήσεως και ηγεσίας προς μιαν επαναστατική υπέρβαση των αδιεξόδων, καθώς επανειλημμένως έχουμε επισημάνει και αναλύσει.
Πέραν όμως των οίκοθεν εγγενών της ασφυκτικών περιορισμών, το γεγονός ότι 1 στους 10 ψηφοφόρους που προσήλθαν στις κάλπες (γιατί ένα εξόχως εντυπωσιακό ποσοστό πολιτών ούτως η άλλως απείχε από τις εκλογές, αναδεικνύοντας για μια ακόμη φορά την αποχή ως πρώτο κόμμα) επιμένει, να αγνοεί πεισματικά την λυσσαλέα προπαγάνδα του Συστήματος, αδιαφορώντας για τις ύβρεις, τις λοιδορίες και την «ρετσινιά» του «εγκληματία ναζιστή» που προσάπτεται σε κάθε εθνικιστή, είναι μεν ίσως το παρήγορο στοιχείο των εκλογών, τουλάχιστον ως ένδειξη των τάσεων, μέρους έστω, της ελληνικής κοινωνίας – πέραν της αδυναμίας της Χ.Α. να αξιοποιήσει το τεράστιο αυτό πολιτικό κεφάλαιο προς μια θετική κατεύθυνση, δεδομένων των περιορισμών που έχουμε κατά καιρούς αναλυτικά επισημάνει και διεξοδικώς αναπτύξει. Βεβαίως η παρουσία νέων ονομάτων με εντυπωσιακά βιογραφικά στα ψηφοδέλτια της Χ.Α., όπως π.χ. των δύο στρατηγών που τελικώς εξελέγησαν (με τρίτο εκλεγέντα τον γενναίο πατέρα του ενός εκ των θυμάτων των ανάνδρων τρομοκρατών) καθώς και διαφόρων διακεκριμένων ιατρών, νομικών, κ.λπ., μέτρησε αναμφίβολα σε επίπεδο εντυπώσεων και πιθανώς να ήταν το στοιχείο εκείνο (μαζί με την βόμβα μεγατόνων των Μπαλτάκειων αποκαλύψεων περί της ποδηγετήσεως της δικαστικής εξουσίας από την κυβέρνηση, κατ’ εντολήν των σιωνιστικών οργανώσεων των ΗΠΑ), που αναχαίτισε τις προθέσεις της κυβερνήσεως για μια νέα (διά της «ανεξάρτητης» δικαιοσύνης) απόπειρα συνταγματικής εκτροπής και απαγορεύσεως της συμμετοχής του κόμματος στις εκλογές (που μέχρι κάποια στιγμή φαινόταν η πιθανότερη εξέλιξη).
Μένει ωστόσο να φανεί αν τα πρόσωπα αυτά που εξελέγησαν θα καταφέρουν να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων, ήτοι στις απαιτήσεις του ρόλου που αρμόζει σε εθνικιστές ευρωβουλευτές, με δεδομένο ότι προσήγγισαν την Χ.Α. το τελευταίο διάστημα, που σημαίνει ότι η ιδεολογική τους ταυτότητα, συγκρότηση και συνειδητοποίηση είναι άγνωστη. Είναι βεβαίως προς τιμήν τους το ότι έθεσαν τις υποψηφιότητές τους στη φάση αυτή διότι, δίχως άλλο, απαιτείται πολύ θάρρος από ένα πρόσωπο με επιστημονικό και επαγγελματικό κύρος, για να αποφασίσει να εκτεθεί δημοσίως, σε μια εποχή όπως η σημερινή, με δεδομένο το ακραία υστερικό αντιφασιστικό κλίμα που έχει καλλιεργηθεί και τον αντικειμενικό φόβο τρομοκρατικών επιθέσεων και δικαστικών περιπετειών, λόγω της εφαρμοζόμενης από το αντεθνικό σύστημα δικαστικής αντιμετωπίσεως με όρους «συλλογικής ευθύνης» και της απροκάλυπτης πλέον ποινικοποιήσεως της πολιτικής εκφράσεως και δράσεως.
Πέραν, όμως, της επισημαινομένης βεβαίας ανεπαρκείας του κρατούντος κεντρικού κυκλώματος της ΧΑ να αξιοποιήσει τους καρπούς των περιστάσεων, φρονούμε ότι ένα εντελώς διαφορετικής ποιότητος και συγκροτήσεως κίνημα, ατομικώς και συλλογικώς νοούμενο, θα είχε υπό τις παρούσες συνθήκες την δυνατότητα να αναδειχθή σε αδιαμφισβήτητη πρώτη δύναμη· η δύναμη, όμως, της «οικογενείας» «προέχει», όπως πάντοτε…
Αν πάντως η (διά της ψήφου στην Χ.Α.) αγνόηση της αντιφασιστικής προπαγάνδας από μεγάλη μερίδα Ελλήνων αποτελεί ένα θετικό σημάδι, οι πρόσφατες εκλογές απεκάλυψαν πάρα πολλά αρνητικά και άκρως θλιβερά στοιχεία.

 Το σημαντικότερο και πιο ανησυχητικό όλων ήταν ο θρίαμβος του φιλοτουρκικού μειονοτικού κόμματος στη Θράκη, που απέδειξε ότι η ολιγωρία του ελληνικού κράτους που άφησε επί δεκαετίες την μουσουλμανική μειονότητα βορά στην προπαγάνδα του τουρκικού προξενείου, αποδίδει καρπούς προς όφελος της Τουρκίας. Η συμπαγής πολιτική έκφραση των μουσουλμάνων της Θράκης δι’ ενός κόμματος που παίρνει γραμμή από την Άγκυρα, λειτουργώντας ως Δούρειος Ίππος για τους νέο-οθωμανικούς σχεδιασμούς της, προοιωνίζει αρνητικότατες εξελίξεις, που δύνανται να οδηγήσουν σε αποσχιστικές τάσεις και μάλιστα πολύ γρήγορα, με δεδομένες τις πρόσφατες γεωπολιτικές εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή.
Οι αρνητικότατες εξελίξεις στην Θράκη δεν αποτελούν το μόνο αρνητικό σημάδι που απεκάλυψαν για την πατρίδα μας οι πρόσφατες εκλογές. Η εκλογή ενός Σύρου (!) σε Δήμο της Πελοποννήσου (στη Νέα Μαλωλάδα) είναι ενδεικτική της απαρχής της σταδιακής απώλειας του ελέγχου της χώρας (εκφραζομένης και μέσω των εκλογών) από τον γηγενή πληθυσμό, του οποίου η αλλοτρίωση είναι τέτοια, ώστε να συμβεί να εκλεγούν ως δήμαρχοι στις δύο μεγαλύτερες πόλεις της χώρας δεδηλωμένοι πολέμιοι κάθε έννοιας εθνικής υπερηφάνειας, υπέρμαχοι του «πολυπολιτισμικού» απεθνισμού, υποδαυλιστές της λαθρομεταναστεύσεως και του εποικισμού της χώρας από τριτοκοσμικούς εισβολείς, ένθερμοι διοργανωτές παρελάσεων κιναίδων (gay parades) κ.λπ. Τι καλό να περιμένει κανείς από έναν τέτοιο λαό, έναν λαό που προβαίνει σε τέτοιες επιλογές – και μάλιστα σε μιαν εποχή κατά την οποία οι ελληνικές μεγαλουπόλεις μετατρέπονται σε γκέτο τριτοκοσμικών λαθροεποίκων; Τι να περιμένει κανείς από έναν λαό που εκλέγει, από τον α΄ γύρο και μάλιστα με συντριπτικό ποσοστό (!), ως δήμαρχο Μαραθώνα (!) τον …Ψινάκη (!!!); Ασύλληπτο το όνειδος για τη Ιερά Γη των Μαραθωνομάχων – διεθνής ο διασυρμός της Ελλάδος όταν ο «νέος δήμαρχος» θα υποδέχεται τις χιλιάδες των ξένων αθλητών κατά την εκκίνηση του ετησίου διεθνούς κλασικού μαραθωνίου Αθηνών!

Αν όμως αυτά τα εν πολλοίς θλιβερά παρατηρούνται στο Ελλαδικό μετεκλογικό σκηνικό, κάποια ευοίωνα σημάδια αχνοφαίνονται στο Ευρωπαϊκό πολιτικό τοπίο, όπου κυριαρχεί το σοκ της επικρατήσεως στις Γαλλικές Ευρωεκλογές του Εθνικού Μετώπου (Front National) της Μαρί Λεπέν. Όσο και αν το FN απέχει πολύ από το να αντιπροσωπεύει ένα αυθεντικό εθνικιστικό κίνημα, έχοντας βάλει αρκετό νερό «πολιτικής ορθότητος» στο κρασί του, ήδη από την εποχή του (αρκετά πιο σκληροπυρηνικού) ιδρυτού του, Ζαν Μαρί Λεπέν, η εντυπωσιακή εκλογική άνοδος του FN προκαλεί ανατριχίλα στους σιωνιστικούς κύκλους και τα φερέφωνά τους ανά την Ευρώπη, γιατί η Γαλλία δεν είναι κάποια οποιαδήποτε αλλά μια μεγάλη και ισχυρή χώρα, η οποία πάντοτε ασκούσε ιδιαίτερη επίδραση σ’ ολόκληρη την Ευρώπη ως, τρόπον τινά, η ίδια η ψυχή της νεώτερης Ευρώπης: δεδομένου ότι η Γαλλία είναι η χώρα από την οποία παραδοσιακά ξεκίνησαν πολλές πολιτικές, κοινωνικές και πολιτισμικές αλλαγές, νεωτερικά ρεύματα, ριζοσπαστικά κινήματα, είτε πρόκειται για το καλό, είτε για το κακό. Έχει, λοιπόν, η Γαλλία μεγάλο ειδικό πολιτικό βάρος. Αν αυτό συνδυασθεί με την άνοδο εθνικών (λιγότερο ή περισσότερο ριζοσπαστικών και σε κάθε περίπτωση ετερόκλητων μεταξύ τους) δυνάμεων σε πολλές χώρες της Ευρώπης, υπάρχουν κάποιες αμυδρές ελπίδες αφυπνίσεως των Ευρωπαϊκών λαών, προτού χαθούν τα πάντα.
Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι τόσο η νίκη του FN στη Γαλλία, όσο και η άνοδος των λοιπών εθνικών, λαϊκών, πατριωτικών κ.λπ. κινημάτων, ποικίλων αποχρώσεων – αλλά με αντιμεταναστευτική ατζέντα, πράγμα πολύ σημαντικό – σε πολλές χώρες της Ευρώπης (Βρετανία, Αυστρία, Ουγγαρία, Δανία, Βέλγιο, Ολλανδία, Γερμανία κ.λπ.) καθώς και η ενίσχυση της Χ.Α. στην Ελλάδα, δεν αφορούν κάποιο ομοιογενές πολιτικό ρεύμα, ιδεολογικά κατασταλαγμένο και καθαρό: το οποίον σημαίνει ότι υφίσταται σοβαρότατο ενδεχόμενο να αποτύχουν και να απογοητεύσουν τους υποστηρικτές τους, όμως δεν παύει, πάντως, να αποτελεί μια θετική εξέλιξη μέσα στην γενική μαυρίλα, καθώς σηματοδοτεί μια μεταστροφή της κοινής γνώμης προς πλέον εθνική κατεύθυνση· που σημαίνει ότι η γραμμή της μάχης μετατοπίζεται εγγύτερα στο στρατόπεδο του εχθρού, δίδοντας έτσι κάποια παράταση χρόνου για την ανασύνταξη των εθνικών δυνάμεων με σκοπό την φυλετική συνειδητοποίηση και την οργάνωση της αντιστάσεως των ευρωπαϊκών λαών ενάντια στις δυνάμεις που κοντεύουν να αφανίσουν τα ευρωπαϊκά έθνη και τον πολιτισμό τους.
Επιπροσθέτως δε οι από τηλεοράσεως οργισμένες εκδηλώσεις ταλμουδικού μίσους και αδέξιες αντιδράσεις πανικού εκ μέρους των «δημοκρατικών» αρουραίων κατόπιν της εκλογικής ενδυναμώσεως των εθνικιστικών κομμάτων, αποτελεί αν μη τι άλλο ένα απολαυστικό θέαμα και αυξάνει την πιθανότητα να τους οδηγήσει σε περαιτέρω λάθος κινήσεις – όπως και ήδη έχει εν πολλοίς συμβή. Ο χρόνος θα δείξει…
ΠΗΓΗ

Δευτέρα 26 Μαΐου 2014

Υπέστησαν πανωλεθρία αλλά πουλάνε τρελίτσα με την βοήθεια των ΜΜΕ!





Ωραίοι τύποι!

Υπέστησαν πανωλεθρία αλλά υποδύονται τους νικητές.

Ο Βενιζέλος του 8% που παρ΄ ολίγο να τον καταπιεί ένα κόμμα 88 ημερών (ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ 6,61%,) υποδύεται τον νικητή.

Ένας τύπος που παρέλαβε ένα ιστορικό κόμμα και αφού το έκρυψε μέσα σε μια καπότα (την ΕΛΙΑ) έχασε ποσοστό 5% από τις εκλογές του 2012, υποδύεται τον νικητή.

Το ίδιο και ο Σαμαράς που κυβερνάει με την έγκριση του 11,5% του ελληνικού λαού εάν συνυπολογίσει κανείς την αποχή από τις κάλπες.

Ε, λοιπόν αυτοί οι δύο τύποι πουλάνε τρέλα με την βοήθεια των πολυδανεισμένων ΜΜΕ, των Ρογκάκων και των Κούρων...

Ας τραβήξουμε το καζανάκι...
ΠΗΓΗ

ΣΕ ΑΥΤΕΣ ΤΙΣ ΕΚΛΟΓΕΣ Η ΕΛΛΑΔΑ ΕΧΑΣΕ ΤΗΝ ΘΡΑΚΗ...!



Η "πύρρειος νίκη" των πολιτικών, έφερε μία εθνική ήττα 
Ο Σαμαράς εγκατέλειψε τη Θράκη για... μιά χούφτα ψήφους!

Γράφει ο Κωνσταντίνος Τερζής

Η μόνη έκφραση που ταιριάζει στην χώρα και στους πολίτες που ζούνε σε αυτήν και από αυτήν, είναι: Η Ελλάδα της Ντροπής. Σήμερα ξημέρωσε μία πολύ διαφορετική ημέρα για όλους μας. Σήμερα κάποιοι αισθάνονται πολύ όμορφα επειδή δεν καταποντίστηκε το κόμμα που υποστηρίζουν, ή επειδή ανανεώθηκε μέσα από τις στάχτες ο χώρος που πάντοτε εμπιστευόντουσαν. Σήμερα, ίσως κάποιοι να έχουν αρχίσει τους υπολογισμούς για την επόμενη πολιτική – κομματική αναμέτρηση και άλλοι προσθέτοντας και αφαιρώντας «κουκιά» προσπαθούν να βγάλουν συμπεράσματα για το αποτέλεσμα που δεν τους δικαίωσε. Σήμερα, όμως, στη Θράκη επιχαίρουν οι τουρκόφρονες μισθοφόροι, οι τουρκικές μυστικές υπηρεσίες και η τουρκική πολιτική που έχει ρίξει το μεγάλο βάρος των ενεργειών της για να κατορθώσει το ακατόρθωτο: να καταλάβει μία ελληνική περιοχή χωρίς να ρίξει ούτε μία σφαίρα!

Στους σχεδιασμούς αυτής της διόλου φιλικής τουρκικής πολιτικής, ένα πλήθος από παράγοντες, πράξεις και παραλείψεις των κυβερνήσεων των Αθηνών, λειτούργησαν καταλυτικά, για να μπορέσει η Τουρκία να κάνει το πρώτο ουσιαστικό βήμα και να θέσει τα θεμέλια ενός πυρήνα αλυτρωτικού τουρκισμού. Σήμερα η Θράκη πενθεί όχι επειδή ένα μεγάλο ποσοστό (περίπου 45%) των κατοίκων της αρνήθηκε να συμμετέχει στην διαδικασία των εκλογών προκειμένου να υπερασπίσει αυτή την ακριτική γωνιά από επικείμενες διόλου ευχάριστες καταστάσεις, αλλά επειδή υπήρξε μία πρωτοφανής απάθεια και άτυπη συνέργεια ελληνικών κομμάτων εις βάρος των εθνικών συμφερόντων, ενάντια στα αυτονόητα περί υπεράσπισης της πατρίδας.

Το αποτέλεσμα των ευρω-εκλογών «γέννησε» ένα κόμμα – τέρας, που με τον ψευδεπίγραφο τίτλο «Κόμμα Ισότητας Ειρήνης και Φιλίας» προσδοκά να γίνει από τούδε και στο εξής ο κύριος πολιορκητικός κριός του Ελληνισμού και της Ελληνικότητας της Θράκης. Το κόμμα αυτό, με καθαρά ανθελληνική φύση και καταστατική λειτουργία που ξεπερνά την λέξη "επικίνδυνο" δεν κατόρθωσε φυσικά να εκλέξει "εκπρόσωπο" στην Ευρωβουλή και ούτε έλπιζε πως θα το κατορθώσει (συγκέντρωσε ένα ποσοστό ψήφων 12,29% επί του συνόλου των ψήφων της περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης). Το "κόμμα" αυτό δημιουργήθηκε για να γίνει η επίσημη βάση ανθελληνικών δραστηριοτήτων μέσα στο ελληνικό έδαφος από την πλευρά της Τουρκίας. Δημιουργήθηκε για να λειτουργήσει ως "ωρολογιακή βόμβα" εις βάρος της χώρας...

Η δράση αυτού του μορφώματος ξεκίνησε πολύ πριν κλείσουν οι κάλπες της 25ης Μαΐου του 2014. Ξεκίνησε από τον τούρκο πράκτορα Αχμέτ Σαδίκ (του οποίου η οικογένεια απολαμβάνει ιδιαίτερα προνόμια από τις τουρκικές κυβερνήσεις, μετά τον θάνατό του από τροχαίο ατύχημα) όμως η ολική επαναφορά του έγινε όταν τα κομματικά συμφέροντα και η ματαιοδοξία πολιτικών αρχηγών κομμάτων (ελληνικών και όχι της Τουρκίας) αποδέχθηκαν την μετατροπή της Ελληνικής Θράκης σε χώρο συνδιαλλαγής με το τουρκικό προξενείο της Κομοτηνής (δηλαδή με την Τουρκία) στον απελπισμένο αγώνα της εξασφάλισης ψήφων.

Στις δύο συνεχόμενες Κυριακές των εκλογών τα συμπεράσματα που εξήχθησαν ήταν περισσότερο από φρικώδη, για την αναλγησία και την ποταπότητα εκείνων των κομματαρχών και των τοπικών τους ανδρείκελων, οι οποίοι τόλμησαν να συμμετέχουν σε ένα «τούρκικο παζάρι».
Ο μεγάλος κερδισμένος από αυτή την ντροπιαστική συναλλαγή ήταν το κόμμα των τουρκοφρόνων (Γκρίζων Λύκων), οι οποίοι δήλωσαν την παρουσία τους μέσα από μία απίστευτη συσπείρωση των μουσουλμάνων, η οποία επετεύχθη μέσα από μία σειρά διαδικασιών που είναι ντροπιαστικές για το Ελληνικό κράτος, αφού δόθηκε άτυπη άδεια σε ένα πλήθος τούρκων πρακτόρων να κυκλοφορούν μέρα και νύχτα σε μουσουλμανικά χωριά, άλλοτε μοιράζοντας χρήματα, άλλοτε εκβιάζοντας για επιστροφή δανεικών ή και δανείων (από τη Ziraat Bank) και άλλοτε χρησιμοποιώντας την μάσκα της ανθρωπιάς και του καλού μουσουλμάνου που ήθελε να βοηθήσει τους συμπάσχοντες «τούρκους αδελφούς» στις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζουν… Η κορύφωση αυτών των τακτικών έγινε με τη βοήθεια των ψευτομουφτήδων και των ιμάμηδων που εργάζονται ως εκπρόσωποί τους, οι οποίοι μετέτρεψαν τα τζαμιά σε προεκλογικά κέντρα του DEB όπου εκφωνούνταν πύρινοι λόγοι κατά της κακιάς Ελλάδας, ενώ δεν έλειψαν και οι έμμεσες απειλές για «τιμωρία από τον Αλλάχ αν δεν ψηφιστούν οι υποψήφιοι «αδελφοί τούρκοι μουσουλμάνοι» που μετείχαν στο ψηφοδέλτιο του DEB.

Πακτωλός λαθραίων χρημάτων βοήθησε στην ενίσχυση του DEB. Αυτά τα χρήματα έμπαιναν είτε από την Τουρκία (με διπλωματικά αυτοκίνητα) είτε μέσα από τη νότια Βουλγαρία όπου η δράση του Ισλαμικού κόμματος της Βουλγαρίας (πρόκειται για κατασκεύασμα των τουρκικών μυστικών υπηρεσιών) είναι επίσημη και με την υποστήριξη πολύ μεγάλων χρηματικών κεφαλαίων. Μέσα σε όλα αυτά όμως, προστέθηκαν και μερικές χιλιάδες μεταφερόμενοι από την Τουρκία ψηφοφόροι, ενώ υπήρξαν και ψηφοφόροι τουρκόφρονες στις Ελληνικές πρεσβείες που βρίσκονται στην Ευρώπη (ήταν στραβό το κλίμα, το έφαγε και ο γάιδαρος...).
Όλοι αυτοί οι τουρκόφρονες –φυσικά και οι πράκτορες των τουρκικών μυστικών υπηρεσιών- κατόρθωσαν να «οργώσουν» την Θράκη, επειδή εδώ και καιρό και για λόγους εξοικονόμησης χρημάτων η κυβέρνηση των Αθηνών αποφάσισε να αποχωρήσει σιωπηλά από την περιοχή. Υπάρχουν μεγάλες περιοχές χωρίς αστυνομικά τμήματα, επειδή αυτά έκλεισαν ή επειδή υπολειτουργούν λόγω λειψανδρίας αστυνομικών. Αυτή η εγκατάλειψη αλλά και η έντονη δραστηριότητα τουρκικών υπηρεσιών που φάνηκε σαν «αντικατάσταση των Ελληνικών αρχών», έδωσε –και συνεχίζει να δίνει- ένα πολύ αρνητικό μήνυμα στους μουσουλμάνους της Ελληνικής Θράκης. Ένα μήνυμα όμως σαφές από την πλευρά της Τουρκίας που λέει: «Εμείς είμαστε η μοναδική σας ελπίδα. Σε εμάς πρέπει να απευθύνεστε για τα προβλήματά σας για να σας βοηθήσουμε να λυθούν»… Τραγικό, αλλά πέρα για πέρα αληθινό. Και η ευθύνη γι αυτό, ανήκει σε πολύ συγκεκριμένους ανθρώπους, που είτε κατοικούν στην περιοχή, είτε βρίσκονται σε κομματικά γραφεία στην Αθήνα…

Στον αντίποδα, τα Ελληνικά κόμματα (ΠΑΣΟΚ, ΝΔ, ΣΥΡΙΖΑ, ΔΗΜΑΡ) προσπάθησαν να τραβήξουν το ενδιαφέρον του τουρκικού προξενείου της Κομοτηνής, προκειμένου να εξασφαλίσουν την έγκριση και την στήριξή του. Σε αυτή την αγωνιώδη κομματική προσπάθεια (η οποία απείχε παρασάγγας από την οδό των εθνικών συμφερόντων) υπήρξαν αποτελέσματα τραγικά (για τη ΔΗΜΑΡ), αισιόδοξα (για το ΣΥΡΙΖΑ), απελπιστικά (για το ΠΑΣΟΚ) και νίκης (για τη ΝΔ). Οι δύο μεγάλοι αντίπαλοι, ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ, γνώρισαν δύο διαφορετικά πρόσωπα του τουρκικού προξενείου, το οποίο έκανε «ταμείο» αλλά και «επενδύσεις».

Έτσι, ενώ η ΝΔ κέρδισε την εύνοια για τις περιφερειακές εκλογές κατορθώνοντας να τοποθετήσει στην περιφέρεια τον Γ. Παυλίδη (αυστηρά κομματική επιλογή), ο χαμένος ΣΥΡΙΖΑ, που πήρε ένα ποσοστό περίπου 30-35% των μουσουλμανικών ψήφων, ένιωσε την εγκατάλειψη, αλλά ταυτόχρονα πήρε και ένα αμυδρό μήνυμα στις ευρωεκλογές, αφού σε μουσουλμανικά χωριά υπήρξαν διαρροές σχεδόν αποκλειστικά προς την πλευρά του.
Στις δημοτικές εκλογές, στους μη μουσουλμανικούς δήμους, ο ΣΥΡΙΖΑ ένιωσε την πλήρη απογοήτευση και απαξία της Τουρκίας, αφού δεν στηρίχθηκε και σε πολλές περιπτώσεις οι άνθρωποί του στην Θράκη ένιωσαν άβολα, αφού δεν μπορούσαν να συμπληρώσουν τον κατώτατο αριθμό υποψηφίων, λόγω της απαξίωσης των τοπικών χριστιανικών πληθυσμών. Με απλά λόγια, ο ΣΥΡΙΖΑ αντιμετωπίστηκε από το τουρκικό προξενείο σαν «φαγητό» που αφού «δαγκώθηκε» στη συνέχεια η Τουρκία το «έφτυσε» ως ακατάλληλο για… χρήση.

Ποιος όμως είναι ο υπαίτιος για όλα αυτά; Όταν υπάρχει διαφθορά, φταίει μόνο εκείνος που προσφέρει χρήματα ή εκείνος που τα παίρνει; Όταν υπάρχει πολιτική διαφθορά, ποιος –άραγε- είναι ο περισσότερο διεφθαρμένος; Εκείνος που προσφέρει (ελπίζοντας να ικανοποιηθούν οι ό,ποιες απαιτήσεις του) ή εκείνος που «λαμβάνει»; Είναι προφανές (όσο κι αν προσπαθούν ή προσπαθήσουν οι υπεύθυνοι να κρυφτούν πίσω από το δάχτυλό τους) πως το «αμάρτημα» βρίσκεται και στις δύο πλευρές. Όταν όμως το "αμάρτημα" είναι ζήτημα εθνικό, τότε όχι μόνο το «αμάρτημα» περιορίζεται στην μία πλευρά, αλλά παύει να λέγεται «αμάρτημα», αφού ισοδυναμεί με πράξη η οποία δεν συνάδει τουλάχιστον με τον πατριωτισμό…

Η ευθύνη, της ύπαρξης του DEB ως κόμμα και της καθόδου του στις Ευρωεκλογές, είναι θεσμική. Και αφορά τόσο την Δικαιοσύνη και τον Άρειο Πάγο που για ακατανόητους λόγους θεώρησε πως το συγκεκριμένο πολιτικό μόρφωμα λειτουργεί ικανοποιώντας τις Συνταγματικές προϋποθέσεις (οι δικαστές δεν είδαν, δεν διάβασαν και δεν άκουσαν ποτέ τις δηλώσεις των εκπροσώπων του, οι οποίες βάλλουν ευθέως κατά της Ελληνικότητας της Θράκης, έχοντας μάλιστα και σημαία της «Ανεξάρτητης Θράκης») και ως εκ τούτου αποτελούν σοβαρό πυρήνα εθνικών προβλημάτων και ταυτόχρονα υπαρκτή απειλή για την εσωτερική ειρήνη αλλά και την ασφάλεια των Ελλήνων πολιτών της Θράκης. Οι δικαστές, λοιπόν, δεν είδαν και… ενέκριναν ως νόμιμο το κόμμα των Γκρίζων Λύκων.

Όμως (αφού πρώτα «πέταξε την μπάλα») και η συγκυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου δεν είδε κανέναν κίνδυνο, παρά τις πληροφορίες των ειδικών κρατικών υπηρεσιών που γνωρίζουν όλα όσα συμβαίνουν στην περιοχή και ενημερώνουν σε καθημερινή βάση τις αρμόδιες προϊστάμενες πολιτικές αρχές (υπουργείο Εξωτερικών, Εσωτερικών, Δικαιοσύνης και φυσικά το Μέγαρο Μαξίμου και τον ίδιο τον πρωθυπουργό).

Είναι προφανές πως οι υπολογισμοί (αποκλειστικά κομματικού συμφέροντος) των κυβερνώντων, δεν «επέτρεψαν» στον κ. Σαμαρά να αντιληφθεί πως «γεννιέται» ένα τέρας και μία πολύ σοβαρή πηγή εθνικών προβλημάτων στην Ελληνική Θράκη. Προφανώς στις προσθαφαιρέσεις του «πατριώτη» πρωθυπουργού η Θράκη αποτελεί «αναγκαίο κακό» ή «παράπλευρη απώλεια», την οποία ο ίδιος και το κόμμα του θυσιάζουν προκειμένου να υπάρξει ικανοποιητικό αποτέλεσμα το βράδυ των εκλογών.

Δυστυχώς, η μαθηματική οξυδέρκεια του κ. Σαμαρά αποδείχθηκε επαρκής, σε αντίθεση όμως με την σοβαρότητά του επί των εθνικών θεμάτων, τα οποία ίσως ο ίδιος πιστεύει ότι θα αντιμετωπίσει επαρκώς μέσω της έναρξης μίας σειράς ελληνοτουρκικών συζητήσεων για το «θέμα της Θράκης».

Είτε αρέσει, είτε όχι, το βράδυ των εκλογών της 25ης Μαΐου τα κυβερνητικά ψηφοθηρικά «στερητικά σύνδρομα» κατόρθωσαν όχι μόνο να ξεγεννήσουν ένα πολιτικό μόρφωμα – τέρας που θα αποτελέσει τον κύριο πυρήνα των εθνικών προβλημάτων, αλλά κατόρθωσαν το ακατόρθωτο, πέρα από την «πύρρεια νίκη» των συγκυβερνώντων Σαμαρά – Βενιζέλου. Το βράδυ των εκλογών η κυβέρνηση Σαμαρά, συνεπικουρούμενη από τα εθνομηδενιστικά σχέδια του ΣΥΡΙΖΑ, κατόρθωσε το αδιανόητο... Κατόρθωσε η Ελλάδα να χάσει τη Θράκη, ή, τουλάχιστον, η Ελλάδα να μετατρέψει την Θράκη σε μία χρόνια πληγή για την οποία θα απαιτηθεί πολύς χρόνος και κόπος, όταν κάποια στιγμή υπάρξει κυβέρνηση με ειλικρινή εθνική διάθεση, αλλά και αρκούντος ικανή για να στηρίξει ουσιαστικά την ακριτική αυτή περιοχή...

Η κυβέρνηση και το κόμμα του Αντώνη Σαμαρά μπορεί να χαίρεται και να μετρήσει όσα «κουκιά» θέλει, μέχρι την επόμενη φορά, την επόμενη συμφωνία…
Την ίδια χαρά μπορεί να απολαμβάνει και ο συγκυβερνήτης Βαγγέλης Βενιζέλος επειδή τα εκλογικά ποσοστά που εισέπραξε «Η Ελιά» τον διέσωσαν πολιτικά και ίσως από ποινικά προβλήματα.
Φυσικά μπορεί να επιχαίρει και ο Αλέξης Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ, αφού «το κλείσιμο του ματιού» από την πλευρά της Άγκυρας έγινε αντιληπτό από την Κουμουνδούρου. Μεγάλη χαρά μπορεί να έχει και η Χρυσή Αυγή η οποία βγήκε η μεγάλη κερδισμένη της βραδιάς των εκλογών, της οποίας όμως η μη πολιτική και ορθολογική προσέγγισή της στην περιοχή της Θράκης, «έριξε νερό στον μύλο» του τουρκικού προξενείου της Κομοτηνής, και «κατόρθωσε» να γίνει χρηστικότατο εργαλείο από τους πολιτικούς – κυβερνητικούς της αντιπάλους και με μεγάλη ευκολία αλλά και συγχρονισμένα χρησιμοποιήθηκε ως «μπαμπούλας» τόσο προς την πλευρά των Ελλήνων χριστιανών, όσο και προς την πλευρά των Ελλήνων μουσουλμάνων.
Ο Φώτης Κουβέλης και η ΔΗΜΑΡ δεν μπορούν πλέον να χαίρονται. Αφού χρησιμοποιήθηκαν επαρκέστατα από το τουρκικό προξενείο, αν και ήταν διατεθειμένοι να δώσουν "γη και ύδωρ", όντας στα όρια της πολιτικής ανυπαρξίας, δεν κέρδισαν την συμπάθεια και την στήριξη του τούρκου πρόξενου, αφού το πολιτικό τους προϊόν είχε ημερομηνία λήξης και αυτή είχε παρέλθει εδώ και καιρό, με αποτέλεσμα να κατατροπωθούν εκλογικά...
Όλοι αυτοί, άλλωστε, το είχαν δηλώσει προ καιρού, πως για να κυβερνήσουν τη χώρα, είναι διατεθειμένοι να συμμαχήσουν και με τον... διάβολο.
Μάλιστα, αυτοί οι ηθικοί -και όχι μόνο- αυτουργοί ενός εν δυνάμει εθνικού εγκλήματος θα τρέξουν από σήμερα να ρίξουν κροκοδείλια δάκρυα για το έγκλημά τους, προκειμένου να αποποιηθούν -επικοινωνιακά- των ευθυνών τους...

Σε αυτές τις εκλογές, λοιπόν, οι σύγχρονοι Καλιγούλες και Νέρωνες της Ελλάδας, κατόρθωσαν να βάψουν την Ελληνική Θράκη με το χρώμα του γκρι, απειλώντας την Ελλάδα με εθνικό ακρωτηριασμό, προς όφελος των κομμάτων τους και της πρόσκαιρης εξουσίας τους. Και, δυστυχώς, επιβεβαιώνοντας την πολιτική τους παράνοια και την εθνομηδενιστική τους ταυτότητα, χαμογελούν και χαίρονται για τη... νίκη τους, αφού εξασφάλισαν την "δόση" που θα τους διατηρήσει στους μικρούς και μεγάλους θώκους της ό,ποιας εξουσίας τους.
Ο μεγάλος χαμένος της βραδιάς αυτών των εκλογών ήταν, δυστυχώς, η Ελλάδα, η οποία ένιωσε να χάνει ένα από τα παιδιά της, την Θράκη… Η Ελλάδα που ένιωσε πως αποτελεί στόχο όχι μόνο εκείνων που είναι πέριξ των συνόρων της, αλλά και εκείνων που δηλώνουν ότι την υπηρετούν, ενώ ταυτόχρονα την κομματιάζουν για να επιζήσουν πολιτικά από τις σάρκες της… Σε αυτές τις εκλογές, λοιπόν, συναντήθηκαν η ανευθυνότητα των πολιτών, με την δολιότητα των πολιτικών, και χωρίς καμία αισχύνη πανηγύρισαν μία μεγάλη προδοσία που οφέλησε ορισμένους, αλλά δημιούργησε μία νέα εθνική ντροπή…

Μετά από όλα αυτά, η Θράκη τελεί πλέον και επίσημα σε καθεστώς συγκυριαρχίας με την Τουρκία. Η πολιτική παραφροσύνη αποτυπώνεται στις δηλώσεις ικανοποίησης των πολιτικών που επιχαίρουν για τα αποτελέσματα αυτών των εκλογών που τοποθέτησαν την Θράκη σε καθεστώς παρόμοιο με αυτό της Κύπρου πριν από την τουρκική εισβολή, αλλά και σε μία κατάσταση μείζονος εθνικού κινδύνου, αφού η Άγκυρα επιθυμεί να επαναλάβει το "μοντέλο της Κριμαίας" προς όφελός της...
Κλείνοντας παραθέτουμε ένα μήνυμα προς τον "πατριώτη" και φερόμενο ως πρωθυπουργό της Ελλάδας κ. Σαμαρά και την παρέα του:
       Μόνο ένας Έλληνας να μείνει, πάντα θα πολεμούμε και μην          ελπίζεις πως την γην μας θα την κάνεις δική σου, βγάλ' ντο          από τον νου σου.
Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, 1770-1843, Ήρωας του Εικοσιένα
(από επιστολή του στον Ιμπραήμ)
Οι πρώτοι σχολιασμοί των τουρκοφρόνων και πληρωμένων πρακτόρων της Τουρκίας, μετά την εκλογική εμφάνιση του DEB (κόμμα Γκρίζων Λύκων). Και τα μηνύματα αυτά είναι μόνο η αρχή...

Το κόμμα DEB κέρδισε μια ιστορική νίκη!
Στις ευρωεκλογές που έγιναν σήμερα το κόμμα DEB το μόνο κόμμα των Τούρκων της δυτικής Θράκης με μια μεγάλη επιτυχία, τερμάτισε πρώτο σε Ροδόπη και Ξάνθη. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία το κόμμα DEB στην Ροδόπη γύρω στο 44,5%.
Στην περιφέρεια Αν. Μακεδονίας και Θράκης κέρδισε ο Γιώργος Παυλίδης. Με τον συνδυασμό του Παυλίδη εκλέγονται 6 Τούρκοι στο περιφερειακό συμβούλιο.
Στους δήμους μεγάλος ανταγωνισμός υπήρξε στον δήμο Ιάσμου. Στο τέλος επανεξελέγη πάλι ο παλιός δήμαρχος Ισμέτ Καντί. Στα δε Αρριανά νέος δήμαρχος εξελέγη ο Ριντβάν Αχμέτ νικώντας τον Σααντετίν Σακίρ Χουσείν.
Στην Μύκη νικητής των εκλογών ήταν ο Τζεμίλ Καμπζά. Ανταγωνιζόμενος τον Μουσταφά Αγγά πήρε 5369 ψήφους και έγινε ο νέος δήμαρχος.
Στο μεταξύ τελείωσε μια περίοδος στα Αρριανά. Μετά από 40 χρόνια που ο δήμος Αρριανών δεν επέλεγε δήμαρχο ανωτάτης μόρφωσης, εντέλει εξελέγη ένας ανωτάτης μόρφωσης νέος. Επίσης με αυτό τον τρόπο έληξε και ο μεταξύ των ανθρώπων μας τοπικισμός. Συγχαίρουμε και ευχόμαστε επιτυχίες στο κόμμα DEB, στον Ριντβάν Αχμέτ, τον Τζεμίλ Καμπζά και τον Ισμέτ Καντί.
Περ. Ρόντοπ Ρουζγκαρί 25/5/2014

Σεισμός DEB στην Ελλάδα
Το κόμμα DEB στις ευρωεκλογές που έγιναν 25/5/2014 με μια έκρηξη ψήφων στην περιοχή της δυτικής Θράκης, έστειλε ένα ισχυρό μήνυμα σε Αθήνα και Ευρώπη.
Το κόμμα DEB μετέχοντας στις ευρωεκλογές όπου πήραν μέρος 42 κόμματα και παρά τα εκατοντάδες άκυρα του κόμματος DEB, βγήκε τρίτο κόμμα στην περιφέρεια Αν. Μακεδονίας και Θράκης και μετέχοντας για πρώτη φορά στην πολιτική της Ελλάδας πήρε 42.640 ψήφους, ποσοστό 12,28% και τερμάτισε τρίτο (σχ. μεταφρ : στην περιφέρεια).
Εφ. Μπιρλίκ 26/5/2014

"Ακούστε μας με το... καλό", προτείνει ο γνωστός Ντεντέ
To κόμμα DEB σύμφωνα με τα μέχρι τώρα αποτελέσμαρα βγαίνει ΠΡΩΤΟ ΚΟΜΜΑ σε Ξάνθη και Κομοτηνή.
Η μειονότητα μας με ισχυρό τρόπο λέει προς την ελληνική κυβέρνηση …ΑΚΟΥ ΤΗΝ ΦΩΝΗ ΜΑΣ.
Με το καλό
Εφ. Τρακιανίν Σεσί 25/5/014

ΑΝΤΙΟ ΘΡΑΚΗ ΜΟΥ...


Γράφει ο Δημήτρης Ιατρόπουλος

Την υπαρξιακή σχέση μου με τη Γλώσσα μας, πιστεύω την έχετε καταλάβει όσες και όσοι μου κάνετε την τιμή να με διαβάζετε και εδώ.

Ζω μέσα απ τις Λέξεις της, για τις Λέξεις της και με τις Λέξεις της... Και τα Γράμματά της, είναι για μένα τα ιερά, κρυφά διαμάντια της ψυχής μου...

Εκεί λοιπόν που έμαθα τα αποτελέσματα των εκλογών στην Θράκη μας, πριν ανοίξω πια το παράθυρο του μυαλού μου, να περάσει ο Άγιος Ύπνος, να με ταξιδέψει στα μυστικά μου τοπία, όπως κάθε νύχτα, σ’ όλη την μέχρι τώρα ζωή μου, έρχεται μπροστά μου το ΗΤΑ, βουρκωμένο...

- Τι έπαθες εσύ, υπέροχο φωνήεν μου; Ρωτάω...
- Φεύγω... Μου αποκρίνεται...
- Μα γιατί, πού πας;
- Δεν βλέπεις τι έχω επάνω μου; Μου λέει και μου δείχνει το Ταυ του. Δίπλα του ακριβώς ένα άλλο Ταυ, κολλημένο σαν δεκανίκι!

- Δεν είμαι πια, ΗΤΑ μου ξαναλέει... Έγινα ΗΤΤΑ πλέον... Και πρέπει να φύγω...
- Και τι θα γίνω δίχως εσένα τώρα; Ρωτάω γεμάτος έκπληξη και αγωνία...

- Τίποτε... Θα σου αφήσω ένα ΜΗΔΕΝ να βάλεις στη θέση μου και πορέψου όπως μπορείς πια με δαύτο..Και θα παρακαλέσω τη Λέξη που θα σου εμπιστευτώ, το δεύτερο ΗΤΑ να το αφήσει όπως είναι, για με θυμίζει σε σένα...

- Μα γιατί; Ξαναρωτάω όλος πικρή περιέργεια...
- Γιατί κάθε ΗΤΤΑ φέρνει πίσω της πάντοτε το ΜΗΔΕΝ, μου απαντάει και χάνεται από μπροστά μου..

Κάνω λίγο πιο πέρα τα μάτια μου και βλέπω να ξετυλίγεται μπροστά μου η φρίκη: Στην φράση: «Οι Έλληνες απόψε ψΗφισαν», εγώ διαβάζω: «Οι Έλληνες απόψε ψΟφησαν»...

Ψάχνω για το νόημα αυτού του συμβολισμού πριν περάσω στις μαλακές παλάμες του Ύπνου μου για το ταξιδάκι που σας είπα στην αρχή...

Κι έρχεται μέσα μου να σφηνωθεί η φράση:
«Αντίο, Θράκη μου...»

ΤΑ ΕΚΛΟΓΙΚΑ ΚΑΣΤΡΑ ΤΗΣ ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ


Η εκλογική μάχη της Κυριακής ήταν η τρίτη κατά σειρά που η Χρυσή Αυγή δεν κρατάει απλώς τις δυνάμεις της, αλλά τις βλέπει να αυξάνουν.

Οπως αναφέρει και το Εθνος σε σχετικό άρθρο, βάσει των μέχρι τώρα αποτελεσμάτων μπορεί η Χρυσή Αυγή να μην κατέγραψε διψήφιο ποσοστό, όπως προσδοκούσε ή όπως κατέγραφαν πολλές δημοσκοπήσεις, ωστόσο η αύξηση των ποσοστών της είναι ραγδαία και αξιοσημείωτη.
Να σκεφτεί κανείς πως στις Ευρωεκλογές του 2009 είχε πάρει ποσοστό 0,46% (!), κάτι που σημαίνει πως μέσα σε πέντε χρόνια ανέβασε κατακόρυφα την επιρροή της καταγράφοντας άλλες εννιά μονάδες στις τάξεις της.

Η εθνικιστική οργάνωση σημείωσε νέα άνοδο σε σχέση με τις εθνικές εκλογές του 2012 (είχε πάρει 6,92%) και τις αυτοδιοικητικές την προηγούμενη εβδομάδα.
Στην εκλογική περιφέρεια Α' Αθηνών έλαβε ποσοστό 10,44% και στη Β' Αθηνών 8,31%, σημειώνοντας σε σχέση με τις εκλογές του 2012 - άνοδο 2,56% και 1,90% αντίστοιχα. Στην περιφέρεια Αττικής που την περασμένη Κυριακή ο Ηλ. Παναγιώταρος πήρε ποσοστό 11% η Χρυσή Αυγή σημείωσε νέα άνοδο φτάνοντας το 12,20% και σε σχέση με τις εκλογές του 2012 η άνοδος αγγίζει το 2,2%.

Οι γειτονιές της Α' και Β' Πειραιώς έδωσαν ποσοστά 10,19% και 11,34%, προκαλώντας ενθουσιασμό σε κάθε εθνικιστή πολίτη. Είναι η εκλογική περιφέρεια που ανήκουν οι περιοχές της Νίκαιας, του Περάματος και του Κερατσινίου, όπου δολοφονήθηκε ο Φύσσας και ξυλοκοπήθηκαν άγρια τα μέλη του ΠΑΜΕ από χρυσαυγίτες. Σ' αυτές τις γειτονιές, που άλλοτε αποτελούσαν κάστρα της Αριστεράς, τα ποσοστά της Χ.Α ανέβηκαν κατά δύο ποσοστιαίες μονάδες, σε σχέση με τις εκλογές του 2012.

Επίσηςείχε άνοδο κατά 3,47% και 4,21% στις εκλογικές περιφέρειες της Α' και Β' Θεσσαλονίκης.

Το φαινόμενο... ΓΑΔΑ

Σε κάστρα της Χρυσής Αυγής αναδεικνύονται τα εκλογικά κέντρα όπου ψηφίζουν οι ένστολοι. Πρόκειται για τις ειδικές λίστες των ετεροδημοτών αστυνομικών και στρατιωτικών, καθώς και των υπόλοιπων εκπροσώπων των Σωμάτων Ασφαλείας που ψήφισαν για τις ευρωεκλογές εκεί όπου υπηρετούν.
Πιο συγκεκριμένα, στα εκλογικά τμήματα γύρω από τη ΓΑΔΑ η Χ.Α συγκεντρώνει διψήφια ποσοστά. Το χαμηλότερο ποσοστό είναι το 8,91% στο 816 τμήμα, ενώ το μεγαλύτερο στο 811, όπου η Χ.Α αναδείχθηκε σε δεύτερη δύναμη με 17,34%. Εκεί όμως που η εθνικιστική οργάνωση εκτοξεύεται σε ποσοστά είναι στα εκλογικά τμήματα που λειτούργησαν στο 17ο Δημοτικό Σχολείο Αθηνών, στην οδό Αμπελακίων. Τα περισσότερα αποτελέσματα από αυτά που είχαν ενσωματωθεί μέχρι το βράδυ της Κυριακής έφερναν τη Χ.Α δεύτερη δύναμη (μετά τη ΝΔ), όπως π.χ. με 23,77% στο 1025 τμήμα, 22,73% στο 1018 και 19,63% στο 1019.

ΤΡΙΤΗ ΔΥΝΑΜΗ

Δεν είναι μόνο οι ψήφοι των ενστόλων υπέρ της Χρυσής Αυγής. Από τις 56 εκλογικές περιφέρειες στις οποίες χωρίζεται η ελληνική επικράτεια σε περισσότερες από τις μισές αναδείχθηκε τρίτη πολιτική δύναμη η Χρυσή Αυγή.
Συγκεκριμένα, σε 29 περιφέρειες της χώρας περίπου ένας στους δέκα ψήφισε Χ.Α.. Σε ποσοστό ενσωμάτωσης 42%, τα υψηλότερα ποσοστά της η ΧΑ κατέγραφε στον Νομό Λακωνίας (15,59%), στο Κιλκίς (13,16%), στην Πέλλα (12,97%), στην Ημαθία (12,86%) και στην Καστοριά (12,27%). Τα χαμηλότερα ποσοστά της Χ.Α καταγράφηκαν για ακόμη μία φορά στην Κρήτη, όπου στο Ηράκλειο πήρε 4,21%, στο Λασίθι 3,54%, στο Ρέθυμνο 4,08% και στα Χανιά 6,43%.


ΤΟ Russia Today ΜΠΗΚΕ ΣΤΑ ΓΡΑΦΕΙΑ ΤΗΣ ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ ΤΗΝ ΩΡΑ ΤΩΝ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΩΝ (ΒΙΝΤΕΟ)

ΑΥΤΟΙ ΕΙΝΑΙ ΟΙ 3 ΕΥΡΩΒΟΥΛΕΥΤΕΣ ΤΗΣ ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ

Αυτοί είναι οι τρεις ευρωβουλευτές που η Χρυσή Αυγή θα στείλει στο ευρωκοινοβούλιο

Tρεις ευρωβουλευτές εκλέγει, όπως όλα δείχνουν, το κόμμα της Χρυσής Αυγής, το οποίο με καταμετρημένο το 97,6% των ψήφων έρχεται τρίτο κόμμα με 9,4%.

Με καταμετρημένο το 11,3% των σταυρών, πρώτοι, από το ευρωψηφοδέλτιο της Χρυσής Αυγής έρχονται οι  οι Ελευθέριος Συναδινός, Λάμπρος Φουντούλης και Γεώργιος Επιτήδειος.

Ελευθέριος Συναδινός (πρώτος από αριστερά)

Αντιστράτηγος ε.α., τέως Διευθυντής Ειδικών Δυνάμεων του Ελληνικού Στρατού. Γεννημένο το 1955 στο Αργος Ορεστικού, παντρεμένος με δυο παιδιά.

Λάμπρος Φουντούλης (στο μέσο της φωτογραφίας)

Πατέρας του δολοφονήθεντος Γιώργου Φουντούλη, ο οποίος έπεσε νεκρός από πυρά αγνώστου έξω από τα γραφεία της ΧΑ στο Νέο Ηράκλειο.

Γεώργιος Επιτήδειος (τελευταίος από αριστερά)

Αντιστράτηγος ε.α. με σπουδές πολιτικών επιστημών, πέραν της σχολής Ευελπίδων. Γεννημένος το 1953 στα Ψαχνά Ευβοίας, είναι παντρεμένος και πατέρας δυο παιδιών.


ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΤΗΣ ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ, εντυπωσιακή αύξηση ποσοστών – Αναδεικνύεται η τρίτη ισχυρότερη πολιτική δύναμη της Ελλάδος



Η απάντηση της κοινωνίας στις πολιτικές διώξεις της Χρυσής Αυγής ήταν όχι απλά μήνυμα αλλά πολιτικός σεισμός...
Εκλογικός θρίαμβος της Χρυσής Αυγής κατεγράφη σε όλη την Ελλάδα στις ευρωεκλογές με ποσοστό 9,40% δικαιώνοντας τα συνεχή ρεπορτάζ του bankingnews.gr που έκαναν λόγο για εκλογικό θρίαμβο με ποσοστό μεταξύ 10-11%.
Το εντυπωσιακό των ποσοστών της Χρυσής Αυγής είναι ότι στις ευρωεκλογές σε σχέση με τις βουλευτικές εκλογές σημείωσαν αύξηση παντού.
Μάλιστα η Χρυσή Αυγή ήταν το μόνο κόμμα που αύξησε κατά 101 χιλιάδες ψήφους στις 531 χιλιάδες και αποτελεί θετική έκπληξη.
Το εντυπωσιακό είναι ότι η Χρυσή Αυγή ανακηρύχτηκε με την βούληση και την ψήφο του ελληνικού λαού Τρίτη εκλογική δύναμη στην Ελλάδα.
Το εντυπωσιακό είναι ότι η Χρυσή Αυγή παρ΄ ότι ξεκίνησε από την χειρότερη θέση εκκίνησης με την ηγεσία της προφυλακισμένη, χωρίς καμία προβολή απομονωμένη από όλα τα μέσα ενημέρωσης και χωρίς καμία κρατική επιδότηση κατάφερε να διασπάσει όλες τις δυνάμεις που στηρίχθηκαν από μηχανισμούς και να καταστεί η πλέον ισχυρή πολιτική δύναμη στην Ελλάδα που κατάφερε να αυξήσει σε απόλυτα μεγέθη τα ποσοστά της.
Το εντυπωσιακό είναι ότι η Χρυσή Αυγή κάτω από ακραίες πρακτικές φίμωσης, κάτω από συνθήκες λυσσαλέων επιθέσεων και λεκτικών κακοποιήσεων που ξεπερνούν τα όρια του φασισμού, κατάφερε όχι μόνο να αυξήσει τα ποσοστά της αλλά να μπορεί να επικαλείται ότι είναι ο μεγάλος νικητής των ευρωεκλογών.
Η τρίτη θέση είναι εκλογικός θρίαμβος για την Χρυσή Αυγή και ένα ηχηρό ράπισμα στην ΝΔ και τον Αντώνη Σαμαρά που προσπάθησε να εξοντώσει πολιτικά την Χρυσή Αυγή και την ηγεσία της υπό τον Ν. Μιχαλολιάκο.
Οι χιλιάδες ψηφοφόροι της Χρυσής Αυγής κατά βάση παραδοσιακοί δεξιοί απομακρύνθηκαν από την εκφυλισμένη ΝΔ το κόμμα που δεν εκπροσωπεί την δεξιά στην Ελλάδα.
Η ΝΔ και ο Αντώνης Σαμαράς ηττήθηκαν από τα δεξιά.
Όμως η ΝΔ και ο Α. Σαμαράς ηττήθηκαν και από τα Αριστερά.
Η διαφορά των 3,9 μονάδων πανελλαδικά ή η διαφορά 9 μονάδων στην β΄ περιφέρεια Αττικής είναι μεγάλη ήττα για την ΝΔ.
Το ΠΑΣΟΚ διασώθηκε διότι συσπείρωσε την έσχατη στιγμή μέρος των ψηφοφόρων του αλλά δεν παύει να έχει χάσει το 4,2% ή το 38% της εκλογική του δύναμης σε σχέση με τις βουλευτικές εκλογές του 2012.
Η ΝΔ έχασε τόσο από τα Δεξιά όσο και από τα αριστερά.
Η μεγάλη νίκη της Χρυσής Αυγής όμως είναι ένα διττό μήνυμα προς την κοινωνία και το πολιτικό σύστημα και τους ψηφοφόρους της Χρυσής Αυγής.  
Η Χρυσή Αυγή δεν είναι φασιστικό ή νεοναζιστικό κόμμα είναι η εθνικιστική λύση και ιδέα με την οποία ταυτίστηκε μεγάλο μέρος της κοινωνίας.
Ο κάθε ψηφοφόρος της Χρυσής Αυγής είναι υπερήφανος με το εκλογικό αποτέλεσμα.
Η Χρυσή Αυγή ήταν το μόνο κόμμα στην Ελλάδα που κατέγραψε τόσο μεγάλη άνοδο και αύξηση ποσοστών παντού στην κυριολεξία παντού.

Υποσημείωση

Η νίκη της Δεξιάς της παραδοσιακής δεξιάς έναντι της εκφυλισμένης ΝΔ που επικαλείται ότι προέρχεται από την δεξιά  αλλά στην κυριολεξία έχει εγκαταλείψει δεν θα πρέπει να υποτιμηθεί.
ΠΗΓΗ

Ο ΠΡΩΤΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΗΣ ΔΗΜΑΡΧΟΣ


Ο γιατρός Ναμπίλ-Ιωσήφ Μοράντ, μετανάστης από τη Συρία, είναι ο νέος δήμαρχος Ανδραβίδας- Κυλλήνης Ηλείας, που περιλαμβάνει στα όριά του και τη Νέα Μανωλάδα, περιοχή που έγινε γνωστή για τα επεισόδια σε βάρος μεταναστών εργατών γης. ....


Ο Ναμπίλ Μοράντ είναι εγκατεστημένος στα Λεχαινά τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια. Είναι παντρεμένος με Ελληνίδα γιατρό, έχουν μια κόρη και δύο εγγόνια.

Ο νέος δήμαρχος Ανδραβίδας- Κυλλήνης δεν είναι μια νέα παρουσία στην Τοπική Αυτοδιοίκηση: είχε διατελέσει δημοτικός σύμβουλος επί τρεις θητείες, εκλεγμένος μάλιστα πρώτος σε σταυρούς.
ΠΗΓΗ


ΤΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ ΤΩΝ ΧΘΕΣΙΝΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ

Κυριακή 25 Μαΐου 2014

Το ισλαμικό τρένο ξεκίνησε από την Θράκη κι έρχεται - Ακούει κανείς;


Eνα πολύ σοβαρό πρόβλημα έρχεται σαν ... "τρένο" από την Θράκη και δυστυχώς όλοι έχουν "βουλώσει" τα αυτιά τους στην Αθήνα. Το μειονοτικό εξτρεμιστικό κόμμα DEB/ΚΙΕΚΦ με τεράστια οικονομική στήριξη από Κατάρ και Τουρκία καταφέρνει να κερδίζει μεγάλα ποσοστά στους νομούς Ροδόπης και Ξάνθης.

Συγκεκριμένα λαμβάνει το 42,2% των ψήφων στο νομό Ροδόπης και το 27% στο νομό Ξάνθης.

Ευτυχώς στην "νησίδα" του Έβρου, ανάμεσα στην ισλαμική "θάλασσα" της Τουρκίας, της νότιας Βουλγαρίας και των νομών Ροδόπης και Ξάνθης, λαμβάνει μόνο το 1,65% των ψήφων.

Το defencenet.gr έχει προειδοποιήσει για αυτό που έρχεται.

Στην Αθήνα η μνημονιακή κυβέρνηση "χαϊδεύει" τον Ρ.Τ.Ερντογάν και τον ασπάζεται "σταυρωτά", ενώ αφήνει τη ΜΙΤ και "αλωνίζει".

Αυτό δεν είναι τίποτα: Στις εθνικές εκλογές με ψήφο στους πρώην λαθρομετανάστες να δείτε τι ποσοστό θα πάρουν οι ισλαμιστές. Να ετοιμαζόμαστε για τα χειρότερα τα οποία με μαθηματική ακρίβεια έρχονται.

Η μάχη για την Θράκη ξεκίνησε και τυπικά σήμερα....
ΠΗΓΗ

Σάββατο 24 Μαΐου 2014

Ν.Καζαντζάκης: Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα…



Πρόλογος

Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο· καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο· το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή.

Ευτύς ως γεννηθούμε, αρχίζει κι η επιστροφή· ταυτόχρονα το ξεκίνημα κι ο γυρισμός· κάθε στιγμή πεθαίνουμε. Γι αυτό πολλοί διαλάλησαν: Σκοπός της ζωής είναι ο θάνατος.

Μα κι ευτύς ως γεννηθούμε, αρχίζει κι η προσπάθεια να δημιουργήσουμε, να συνθέσουμε, να κάμουμε την ύλη ζωή· κάθε στιγμή γεννιούμαστε. Γι΄ αυτό πολλοί διαλάλησαν: Σκοπός της εφήμερης ζωής είναι η αθανασία.

Στα πρόσκαιρα ζωντανά σώματα τα δυο τούτα ρέματα παλεύουν:
α) ο ανήφορος, προς τη σύνθεση, προς τη ζωή, προς την αθανασία·
β) ο κατήφορος, προς την αποσύνθεση, προς την ύλη, προς το θάνατο.

Και τα δυο ρέματα πηγάζουν από τα έγκατα της αρχέγονης ουσίας. Στην αρχή η ζωή ξαφνιάζει· σαν παράνομη φαίνεται, σαν παρά φύση, σαν εφήμερη αντίδραση στις σκοτεινές αιώνιες πηγές· μα βαθύτερα νιώθουμε: η Ζωή είναι κι αυτή άναρχη, ακατάλυτη φόρα του Σύμπαντου.

Αλλιώς, πούθε η περανθρώπινη δύναμη που μας σφεντονίζει από το αγέννητο στο γεννητό και μας γκαρδιώνει· φυτά, ζώα, ανθρώπους· στον αγώνα; Και τα δυο αντίδρομα ρέματα είναι άγια.

Χρέος μας λοιπόν να συλλάβουμε τ΄ όραμα που χωράει κι εναρμονίζει τις δυο τεράστιες τούτες άναρχες, ακατάλυτες Ορμές· και με τ΄ όραμα τούτο να ρυθμίσουμε το στοχασμό μας και την πράξη.

Η ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ
ΠΡΩΤΟ ΧΡΕΟΣ

Ήσυχα, καθαρά, κοιτάζω τον κόσμο και λέω: Όλα τούτα που θωρώ, γρικώ, γεύουμαι, οσφραίνουμαι κι αγγίζω είναι πλάσματα του νου μου.

Ο ήλιος ανεβαίνει, κατεβαίνει μέσα στο κρανίο μου. Στο ένα μελίγγι μου ανατέλνει ο ήλιος, στο άλλο βασιλεύει ο ήλιος.

Τ΄ άστρα λάμπουν μέσα στο μυαλό μου, οι Ιδέες, οι άνθρωποι και τα ζώα βόσκουν μέσα στο λιγόχρονο κεφάλι μου, τραγούδια και κλάματα γιομώνουν τα στρουφιχτά κοχύλια των αυτιών μου και τρικυμίζουν μια στιγμή τον αγέρα·

σβήνει το μυαλό μου, κι όλα, ουρανός και γης, αφανίζουνται.

"Εγώ μονάχα υπάρχω!" φωνάζει ο νους.

"Μέσα στα κατώγια μου, οι πέντε μου ανυφάντρες δουλεύουν, υφαίνουν και ξυφαίνουν τον καιρό και τον τόπο, τη χαρά και τη θλίψη, την ύλη και το πνέμα.

"Όλα ρέουν τρογύρα μου σαν ποταμός, χορεύουν, στροβιλίζουνται, τα πρόσωπα κατρακυλούν σαν το νερό, το χάος μουγκρίζει.

"Μα εγώ, ο Νους, με υπομονή, με αντρεία, νηφάλιος μέσα στον ίλιγγο, ανηφορίζω. Για να μην τρεκλίσω να γκρεμιστώ, στερεώνω απάνω στον ίλιγγο σημάδια, ρίχνω γιοφύρια, ανοίγω δρόμους, οικοδομώ την άβυσσο.

"Αργά, με αγώνα, σαλεύω ανάμεσα στα φαινόμενα που γεννώ, τα ξεχωρίζω βολικά, τα σμίγω με νόμους και τα ζεύω στις βαριές πραχτικές μου ανάγκες.

"Βάνω τάξη στην αναρχία, δίνω πρόσωπο, το πρόσωπο μου, στο χάος.

"Δεν ξέρω αν πίσω από τα φαινόμενα ζει και σαλεύει μια μυστική, ανώτερη μου ουσία. Κι ούτε ρωτώ· δε με νοιάζει. Γεννοβολώ τα φαινόμενα, ζωγραφίζω με πλήθια χρώματα φανταχτερά, γιγάντιο ένα παραπέτασμα μπροστά από την άβυσσο. Μη λες: "Αναμέρισε το παραπέτασμα, να δω την εικόνα!" Το παραπέτασμα, αυτό είναι η εικόνα.

"Είναι ανθρώπινο έργο, πρόσκαιρο, παιδί δικό μου, το βασίλειο μου ετούτο. Μα είναι στέρεο, άλλο στέρεο δεν υπάρχει, και μέσα στην περιοχή του μονάχα μπορώ γόνιμα να σταθώ, να χαρώ και να δουλέψω. "Είμαι ο αργάτης της άβυσσος. Είμαι ο θεατής της άβυσσος. Είμαι η θεωρία κι η πράξη. Είμαι ο νόμος. Όξω από μένα τίποτα δεν υπάρχει."

Χωρίς μάταιες ανταρσίες να δεις και να δεχτείς τα σύνορα του ανθρώπινου νου, και μέσα στ΄ αυστηρά τούτα σύνορα αδιαμαρτύρητα, ακατάπαυτα να δουλεύεις· να ποιο είναι το πρώτο σου χρέος.

Με αντρεία, με σκληρότητα στερέωσε απάνω στο σαλευόμενο χάος το καταστρόγγυλο, το καταφώτιστο αλώνι του νου, ν΄ αλωνίσεις, να λιχνίσεις, σα νοικοκύρης, τα σύμπαντα.

Καθαρά να ξεχωρίσεις κι ηρωικά να δεχτείς τις πικρές γόνιμες τούτες, ανθρώπινες, σάρκα από τη σάρκα μας, αλήθειες:
α) Ο νους του ανθρώπου φαινόμενα μονάχα μπορεί να συλλάβει, ποτέ την ουσία·
β) κι όχι όλα τα φαινόμενα, παρά μονάχα τα φαινόμενα της ύλης·
γ) κι ακόμα στενώτερα: όχι καν τα φαινόμενα τούτα της ύλης, παρά μονάχα τους μεταξύ τους συνειρμούς·
δ) κι οι συνειρμοί τούτοι δεν είναι πραγματικοί, ανεξάρτητοι από τον άνθρωπο· είναι κι αυτοί γεννήματα του ανθρώπου·
ε) και δεν είναι οι μόνοι δυνατοί ανθρώπινοι· παρά μονάχα οι πιο βολικοί για τις πραχτικές και νοητικές του ανάγκες.

Μέσα στα σύνορα τούτα, ο νους είναι ο νόμιμος απόλυτος μονάρχης. Καμιά άλλη εξουσία στο βασίλειο του δεν υπάρχει.

Αναγνωρίζω τα σύνορα τούτα, τα δέχουμαι μ΄ εγκαρτέρηση, γενναιότητα κι αγάπη, κι αγωνίζουμαι μέσα στην περιοχή τους άνετα σα να ΄μουν ελεύτερος.

Υποτάζω την ύλη, την αναγκάζω να γίνει καλός αγωγός του μυαλού μου. Χαίρουμαι τα φυτά, τα ζώα, τους ανθρώπους, τους θεούς σαν παιδιά μου. Όλο το Σύμπαντο το νιώθω να σοφιλιάζει απάνω μου και να με ακολουθάει σα σώμα.

Σε άξαφνες φοβερές στιγμές αστράφτει μέσα μου: "Όλα τούτα είναι παιχνίδι σκληρό και μάταιο, δίχως αρχή, δίχως τέλος, δίχως νόημα". Μα ξαναζεύουμαι, πάλι, γοργά στον τροχό της ανάγκης, κι όλο το Σύμπαντο ξαναρχινάει γύρα τρογύρα μου την περιστροφή του.

Πειθαρχία, να η ανώτατη αρετή. Έτσι μονάχα σοζυγιάζεται η δύναμη με την επιθυμία και καρπίζει η προσπάθεια του ανθρώπου.

Να πως με σαφήνεια και με σκληρότητα να καθορίζεις την παντοδυναμία του νου μέσα στα φαινόμενα και την ανικανότητα του νου πέρα από τα φαινόμενα· πρί να κινήσεις για τη λύτρωση. Αλλιώς δεν μπορείς να λυτρωθείς.

ΔΕΥΤΕΡΟ ΧΡΕΟΣ

Δε δέχουμαι τα σύνορα, δε με χωρούν τα φαινόμενα, πνίγουμαι! Την αγωνία τούτη βαθιά, αιματερά να τη ζήσεις, είναι το δεύτερο χρέος.

Ο νους βολεύεται, έχει υπομονή, του αρέσει να παίζει· μα η καρδιά αγριεύει, δεν καταδέχεται αυτή να παίξει, πλαντάει και χιμάει να ξεσκίσει το δίχτυ της ανάγκης.

Να υποτάξω τη γης, το νερό, τον αγέρα, να νικήσω τον τόπο και τον καιρό, να νιώσω με ποιους νόμους αρμολογούνται κι έρχουνται και ξανάρχουνται οι αντικαθρεφτισμοί που ανεβαίνουν από την πυρωμένην έρημο του νου, τι αξίαν έχει;

Ένα μονάχα λαχταρίζω: Να συλλάβω τι κρύβεται πίσω από τα φαινόμενα, τι είναι το μυστήριο που με γεννάει και με σκοτώνει, κι αν πίσω από την ορατή ακατάπαυτη ροή του κόσμου κρύβεται μια αόρατη ασάλευτη παρουσία.

Αν ο νους δεν μπορεί, δεν είναι έργο του να επιχειρήσει πέρα από τα σύνορα την ηρωικήν απελπισμένην έξοδο, να ΄ταν να μπορούσε η καρδιά μου!

Πέρα! Πέρα! Πέρα! Πέρα από τον άνθρωπο ζητώ το αόρατο μαστίγι που τον βαράει και τόνε σπρώχνει στον αγώνα. Πέρα από τα ζώα ενεδρεύω να δω το πρόσωπο το αρχέγονο που μάχεται δημιουργώντας, συντρίβοντας, ξαναχύνοντας τις αρίφνητες μάσκες να τυπωθεί στο ρεούμενο κρέας. Πέρα από τα φυτά αγωνίζουμαι να ξεχωρίσω τα πρώτα παραπατήματα του Αόρατου μέσα στη λάσπη. Μια προσταγή μέσα μου:

Σκάψε! Τι βλέπεις;

Ανθρώπους και πουλιά, νερά και πέτρες!

Σκάψε ακόμα! Τι βλέπεις;

Ιδέες κι ονείρατα, αστραπές και φαντάσματα.

Σκάψε ακόμα! Τι βλέπεις;

Δε βλέπω τίποτα! Νύχτα βουβή, πηχτή σα θάνατος. Θα ΄ναι ο θάνατος.

Σκάψε ακόμα!

Αχ! Δεν μπορώ να διαπεράσω το σκοτεινό μεσότοιχο! Φωνές γρικώ και κλάματα, φτερά γρικώ στον άλλον όχτο!

Μην κλαις! Μην κλαις! Δεν είναι στον άλλον όχτο! Οι φωνές, τα κλάματα και τα φτερά είναι η καρδιά σου!

Πέρα από το νου, στον ιερό γκρεμό της καρδιάς, ακροποδίζω τρέμοντας. Το ένα μου πόδι αδράχνεται από το σίγουρο χώμα, το άλλο ψάχνει στα σκοτεινά απάνω από την άβυσσο.

Ψυχανεμίζουμαι πίσω απ΄ όλα τούτα τα φαινόμενα μια μαχόμενη ουσία. Θέλω να σμίξω μαζί της.

Ψυχανεμίζουμαι πως κι η μαχόμενη ουσία πολεμάει πίσω από τα φαινόμενα να σμίξει με την καρδιά μου. Μα το σώμα στέκεται ανάμεσα και μας χωρίζει. Ο νους στέκεται ανάμεσα και μας χωρίζει.

Ποιο είναι το χρέος μου; Να συντρίψω το σώμα, να χυθώ να σμίξω με τον Αόρατο. Να σωπάσει ο νους, ν΄ ακούσω τον Αόρατο να φωνάζει.

Περπατώ στ΄ αφρόχειλα της άβυσσος και τρέμω. Δυο φωνές μέσα μου παλεύουν.

O νους: "Γιατί να χανόμαστε κυνηγώντας το αδύνατο; Μέσα στον ιερό περίβολο των πέντε αιστήσεων χρέος μας ν΄ αναγνωρίσουμε τα σύνορα του ανθρώπου."

Μα μια άλλη μέσα μου φωνή, ας την πούμε έχτη δύναμη, ως την πούμε καρδιά, αντιστέκεται και φωνάζει: "Όχι! Όχι! Ποτέ μην αναγνωρίσεις τα σύνορα του ανθρώπου! Να σπας τα σύνορα! Ν΄ αρνιέσαι ό,τι θωρούν τα μάτια σου! Να πεθαίνεις και να λες: Θάνατος δεν υπάρχει!"

Ο νους: "Λαγαρό κι ανέλπιδο είναι το μάτι μου και θεάται τα πάντα. Η ζωή είναι ένα παιχνίδι, μια παράσταση που δίνουν οι πέντε θεατρίνοι του κορμιού μου.

"Κοιτάζω με απληστία, με ανείπωτη περιέργεια, και δεν έχω την αφέλεια του χωριάτη να πιστέψω, και ν΄ ανέβω απάνω στη σκηνή επεμβαίνοντας στην αιματερή κωμωδία.

"Είμαι ο θαματοποιός φακίρης που ακίνητος, καθούμενος στο σταυροδρόμι των αιστήσεων, θεάται να γεννιέται και ν΄ αφανίζεται ο κόσμος, θεάται τα πλήθη να σαλεύουν και να φωνάζουν στα πολύχρωμα μονοπάτια της ματαιότητας.

"Καρδιά, απλοϊκή καρδιά, γαλήνεψε κι υποτάξου!"

Μα η καρδιά ανατινάζεται και φωνάζει: "Είμαι ο χωριάτης και πηδώ απάνω στη σκηνή κι επεμβαίνω στην πορεία του κόσμου!"

Δε ζυγιάζω, δε μετρώ, δε βολεύουμαι! Ακολουθώ το βαθύ μου χτυποκάρδι.

Ρωτώ, ξαναρωτώ χτυπώντας το χάος: Ποιος μας φυτεύει στη γης ετούτη χωρίς να μας ζητήσει την άδεια; Ποιος μας ξεριζώνει από τη γης ετούτη χωρίς να μας ζητήσει την άδεια;

Είμαι ένα πλάσμα εφήμερο, αδύναμο, καμωμένο από λάσπη κι ονείρατα. Μα μέσα μου νογώ να στροβιλίζουνται όλες οι δυνάμες του Σύμπαντου.

Θέλω μια στιγμή, προτού με συντρίψουν, ν΄ ανοίξω τα μάτια μου και να τις δω. Αλλο σκοπό δε δίνω στη ζωή μου.

Θέλω να βρω μια δικαιολογία για να ζήσω και να βαστάξω το φοβερό καθημερινό θέαμα της αρρώστιας, της ασκήμιας, της αδικίας και του θανάτου.

Ξεκίνησα από ένα σκοτεινό σημείο, τη Μήτρα· οδεύω σ΄ ένα άλλο σκοτεινό σημείο, το Μνήμα. Μια δύναμη με σφεντονάει μέσα από το σκοτεινό βάραθρο· μια άλλη δύναμη με συντραβάει ακατάλυτα στο σκοτεινό βάραθρο.

Δεν είμαι ο κατάδικος που τον πότισαν κρασί για να θολώσει το μυαλό του· με λαγαρά τα φρένα, νηφάλιος, δρασκελώ το ανάμεσα στους δυο γκρεμούς μονοπάτι.

Και μάχουμαι πως να γνέψω στους συντρόφους, προτού πεθάνω. Να τους δώσω το χέρι μου, να προφτάσω να συλλαβίσω και να τους ρίξω έναν ακέραιο λόγο. Να τους πω τι φαντάζουμαι πως είναι τούτη η πορεία· και κατά που ψυχανεμίζουμαι πως πάμε. Και πως ανάγκη να ρυθμίσουμε όλοι μαζί το περπάτημα και την καρδιά μας.

Ένα σύνθημα, σα συνωμότες, ένα λόγο απλό να προφτάσω να πω στους συντρόφους!

Ναι, σκοπός της Γης δεν είναι η ζωή, δεν είναι ο άνθρωπος. έζησε χωρίς αυτά, θα ζήσει χωρίς αυτά. Είναι σπίθες εφήμερες της βίαιης περιστροφής της.

Ας ενωθούμε, ας πιαστούμε σφιχτά, ας σμίξουμε τις καρδιές μας, ας δημιουργήσουμε εμείς, όσο βαστάει ακόμα η θερμοκρασία τούτη της Γης, όσο δεν έρχουνται σεισμοί, κατακλυσμοί, πάγοι, κομήτες να μας εξαφανίσουν, ας δημιουργήσουμε έναν εγκέφαλο και μιαν καρδιά στη Γης, ας δώσουμε ένα νόημα ανθρώπινο στον υπερανθρώπινον αγώνα!

Τούτη η αγωνία είναι το δεύτερο χρέος.

ΤΡΙΤΟ ΧΡΕΟΣ

Ο νους βολεύεται. Θέλει να γιομώσει μ΄ έργα μεγάλα τη φυλακή του, το κρανίο. Να χαράξει στους τοίχους ρητά ηρωικά, να ζωγραφίσει στις αλυσίδες του φτερούγες ελευτερίας.

Η καρδιά δε βολεύεται. Χέρια χτυπούν απόξω από τη φυλακή της, φωνές ερωτικές αφουκράζεται στον αγέρα· κι η καρδιά, γιομάτη ελπίδα, αποκρίνεται τινάζοντας τις αλυσίδες· και σε μιαν αστραπή της φαίνεται πως έγιναν οι αλυσίδες φτερούγες.

Μα γρήγορα η καρδιά πέφτει πάλι αιματωμένη, έχασε πάλι την ελπίδα και την ξαναπιάνει ο Μέγας Φόβος.

Καλή η στιγμή, παράτα πίσω σου το νου και την καρδιά, τράβα μπροστά, κάμε το τρίτο βήμα.

Γλίτωσε από την απλοϊκή άνεση του νου που βάνει τάξη κι ελπίζει να υποτάξει τα φαινόμενα. Γλίτωσε από τον τρόμο της καρδίας που ζητάει κι ελπίζει να βρει την ουσία.

Νίκησε το στερνό, τον πιο μεγάλο πειρασμό, την ελπίδα. Τούτο είναι το τρίτο χρέος.

Πολεμούμε γιατί έτσι μας αρέσει, τραγουδούμε κι ας μην υπάρχει αυτί να μας ακούσει. Δουλεύουμε, κι ας μην υπάρχει αφέντης, σα βραδιάσει, να μας πλερώσει το μεροκάματο μας. Δεν ξενοδουλεύουμε· εμείς είμαστε οι αφέντες· το αμπέλι τούτο της Γης είναι δικό μας, σάρκα μας κι αίμα μας.

Το σκάβουμε, το κλαδεύουμε, το τρυγούμε, πατούμε τα σταφύλια του, πίνουμε το κρασί, τραγουδούμε και κλαίμε, οράματα κι Ιδέες ανηφορίζουν στην κεφαλή μας.

Σε ποια εποχή του αμπελιού σου έλαχε ο κλήρος να δουλεύεις; Στα σκάμματα; Στον τρύγο; Στα ξεφαντώματα; Όλα είναι ένα.

Σκάβω και χαίρουμαι όλον τον κύκλο του σταφυλιού, τραγουδώ μέσα στη δίψα και στο μόχτο μου, μεθυσμένος από το μελλούμενο κρασί.

Κρατώ το γιομάτο ποτήρι και ξαναζώ το μόχτο του παππού και του προπάππου. Κι ο ιδρώτας της δουλειάς τρέχει κρουνός στο αψηλό καταμέθυστο κρανίο.

Είμαι ένα σακί γιομάτο κρέας και κόκαλα, αίμα, ιδρώτα και δάκρυα, επιθυμίες και οράματα.

Κυλιούμαι μια στιγμή στον αγέρα, πνέω, χτυπάει η καρδιά μου, ο νους μου φέγγει, και ξαφνικά η γης ανοίγει και χάνουμαι.

Μέσα στο εφήμερο ραχοκόκαλό μου δυο αιώνια ρέματα ανεβοκατεβαίνουν. Μέσα στα σωθικά μου ένας άντρας και μια γυναίκα αγκαλιάζουνται. Αγαπιούνται και μισούνται, παλεύουν.

Ο άντρας πλανταμένος φωνάζει: "Είμαι η σαγίτα που θέλει να σκίσει το στημόνι, να τιναχτεί όξω από τον αργαλειό της ανάγκης.

"Να ξεπεράσω το νόμο, να συντρίψω τα κορμιά, να νικήσω το θάνατο. Είμαι ο Σπόρος!"

Κι η άλλη βαθιά μαυλιστική φωνή, η γυναικίσια, αποκρίνεται γαληνεμένη και σίγουρη: "Κάθουμαι διπλοπόδι απάνω στο χώμα, αμολώ τις ρίζες μου βαθιά στα μνήματα· δέχουμαι το σπόρο ακίνητη και τον θρέφω. Είμαι όλη γάλα κι ανάγκη.

"Και λαχταρώ να γυρίσω πίσω, να κατεβώ στο ζώο, να κατεβώ πιο χαμηλά, στο δέντρο, μέσα στις ρίζες και στα χώματα, να μη σαλεύω.

"Κρατώ, σκλαβώνω την πνοή, δεν την αφήνω να πετάξει· μισώ τη φλόγα που ανεβαίνει. Είμαι η Μήτρα!"

Αφουκράζουμαι τις δυο φωνές τους· δικές μου είναι κι οι δυο και τις χαίρουμαι και καμιά δεν αρνιέμαι. Ένας χορός των πέντε αιστήσεων είναι η καρδιά μου. Ένας αντίχορος της απάρνησης των πέντε αιστήσεων είναι η καρδιά μου.

Αρίφνητες δυνάμες ορατές κι αόρατες αγάλλουνται και με ακολουθούν, όταν με αγωνία, ενάντια στο παντοδύναμο ρέμα, ανηφορίζω.

Αρίφνητες δυνάμες ορατές κι αόρατες ανακουφίζουνται και γαληνεύουν όταν, κατηφορίζοντας, γυρίζω πίσω στα χώματα.

Ρέει η καρδιά μου. Δε ζητώ την αρχή και το τέλος του κόσμου. Ακολουθώ το φοβερό ρυθμό του και πάω.

Αποχαιρέτα τα πάντα κάθε στιγμή. Στύλωνε τη ματιά σου αργά, παθητικά στο καθετί και λέγε: Ποτέ πια!

Αγνάντευε γύρα σου: Όλα τούτα τα κορμιά που κοιτάς θα σαπίσουν. Σωτηρία δεν υπάρχει.

Κοίταξε: Ζούνε, δουλεύουν, αγαπούν, ελπίζουν. Κοίταξε πάλι: Τίποτα δεν υπάρχει!

Ανεβαίνουν από τα χώματα οι γενεές των ανθρώπων και ξαναπέφτουν πάλι στα χώματα.

Σωριάζεται, πληθαίνει, ανεβαίνει ως τον ουρανό η αρετή κι η προσπάθεια του ανθρώπου.

Που πάμε; Μη ρωτάς! Ανέβαινε, κατέβαινε. Δεν υπάρχει αρχή, δεν υπάρχει τέλος. Υπάρχει η τωρινή τούτη στιγμή, γιομάτη πίκρα, γιομάτη γλύκα, και τη χαίρουμαι όλη.

Καλή είναι η ζωή, καλός ο θάνατος, η Γης στρογγυλή και στερεή, σα στήθος γυναικός στις πολυκάτεχες παλάμες μου.

Δίνουμαι σε όλα. Αγαπώ, πονώ, αγωνίζουμαι. Ο κόσμος μου φαντάζει πλατύτερος από το νου, η καρδιά μου ένα μυστήριο σκοτεινό και παντοδύναμο.

Αν μπορείς, Ψυχή, ανασηκώσου απάνω από τα πολύβουα κύματα και πιάσε μ΄ ένα κλωθογύρισμα του ματιού σου όλη τη θάλασσα. Κράτα καλά τα φρένα σου να μη σαλέψουν. Κι ολομεμιάς βυθίσου πάλι στο πέλαγο και ξακλούθα τον αγώνα.

Ένα καράβι είναι το σώμα μας και πλέει απάνω σε βαθιογάλαζα νερά. Ποιος είναι ο σκοπός μας; Να ναυαγήσουμε!

Γιατί ο Ατλαντικός είναι καταρράχτης, η Νέα Γης υπάρχει μονάχα στην καρδιά του ανθρώπου, και ξαφνικά, σε στρόβιλο βουβό, θα βουλιάξεις στον καταρράχτη του θανάτου και συ κι όλη η γαλέρα του κόσμου.

Χρέος σου, ήσυχα, χωρίς ελπίδα, με γενναιότητα, να βάνεις πλώρα κατά την άβυσσο. Και να λες: Τίποτα δεν υπάρχει!

Τίποτα δεν υπάρχει! Μήτε ζωή, μήτε θάνατος. Κοιτάζω την ύλη και το νου σα δυο ανύπαρχτα ερωτικά φαντάσματα να κυνηγιούνται, να σμίγουν, να γεννούν και ν΄ αφανίζουνται, και λέω: "Αυτό θέλω!"

Ξέρω τώρα· δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβούμαι τίποτα, λυτρώθηκα από το νου κι από την καρδιά, ανέβηκα πιο πάνω, είμαι λεύτερος. Αυτό θέλω. Δε θέλω τίποτα άλλο. Ζητούσα ελευτερία.

Η ΠΟΡΕΙΑ

Μα ξάφνου μια σπαραχτικιά κραυγή μέσα μου: "Βοήθεια!" Ποιος φώναξε;

Μάζωξε τη δύναμη σου κι αφουκράσου· όλη η καρδιά του άνθρωπου είναι μια κραυγή. Ακούμπησε απάνω στο στήθος σου να την ακούσεις· κάποιος μέσα σου αγωνίζεται και φωνάζει.

Χρέος σου, σε πάσα στιγμή, μέρα και νύχτα, σε χαρά και σε θλίψη, μέσα από την καθημερινήν ανάγκη, να ξεχωρίσεις την Κραυγή τούτη, να την ξεχωρίσεις ορμητικά ή συγκρατημένα, όπως βολεί στη φύση σου, γελώντας ή κλαίγοντας, ενεργώντας ή στοχαζόμενος, και να μάχεσαι να νιώσεις ποιος είναι αυτός που κιντυνεύει και φωνάζει· και πώς μπορούμε εμείς να στρατευτούμε, όλοι μαζί, και να τόνε λευτερώσουμε.

Μέσα στην πιο μεγάλη χαρά μας ένας μέσα μας φωνάζει: "Πονώ! Θέλω να ξεφύγω από τη χαρά σου! Πλαντώ!"

Μέσα στην πιο μεγάλη απελπισία μας ένας μέσα μας φωνάζει: "Δεν απελπίζουμαι! Παλεύω! Γαντζώνουμαι απάνω από την κεφαλή σου, ξεθηκαρώνω από το σώμα σου, ξεθηκαρώνω από τη γης, δε χωρώ σε μυαλά, σε ονόματα, σε πράξες!"

Μέσα από την πιο πλατιά αρετή μας ένας ανασηκώνεται, απελπισμένος, και φωνάζει: "Στενή είναι η αρετή, δεν μπορώ ν΄ αναπνέψω· μικρός, στενός είναι ο Παράδεισος, δε με χωράει· σαν άνθρωπος μου φαίνεται ο Θεός σας, δεν τον θέλω!"

Ακούω την άγρια κραυγή κι ανατινάζουμαι. Μέσα μου, η αγωνία που ανηφορίζει συντάζεται, για πρώτη φορά, σε ακέραιη ανθρώπινη φωνή, στρέφεται κατά πρόσωπο και με φωνάζει καθαρά, με τ΄ όνομα μου, με τ΄ όνομα του γονιού μου και της ράτσας μου!

Είναι η μεγάλη κρίσιμη στιγμή. Είναι το σύνθημα της Πορείας. Αν δεν ακούσεις την Κραυγή τούτη να σκίζει τα σωθικά σου, μην ξεκινήσεις!

Ξακλούθα με υπομονή, με υποταγή την ιερή θητεία σου στον πρώτο, στο δεύτερο, στον τρίτο βαθμό της προετοιμασίας.

Κι αφουκράζου: Στον ύπνο, στον έρωτα, στη δημιουργία, σε μιαν αφιλόκερδή σου περήφανη πράξη ή μέσα σε βαθιά απελπισμένη σιωπή, ξάφνου μπορεί ν΄ ακούσεις την Κραυγή και να κινήσεις.

Ως τώρα έρεε η καρδιά μου, ανέβαινε, κατέβαινε με το Σύμπαντο. Μα ως άκουσα την Κραυγή, το σπλάχνο μου και το Σύμπαντο χωρίστηκαν σε δυο στρατόπεδα.

Κάποιος μέσα μου κιντυνεύει, σήκωσε τα χέρια του και μου φωνάζει: "Σώσε με!" Κάποιος μέσα μου ανεβαίνει, παραπατάει και φωνάζει: "Βοήθεια!"

Ποια στράτα από τις δυο αιώνιες να διαλέξω; Ξαφνικά νογώ, από την απόφαση μου τούτη κρέμεται όλη μου η ζωή· κρέμεται όλη η ζωή του Σύμπαντου.

Από τις δυο στράτες, διαλέγω τον ανήφορο. Γιατί; Χωρίς νοητά επιχειρήματα, χωρίς καμιά βεβαιότητα· κατέχω πόσο ανήμπορος στην κρίσιμη τούτη στιγμή είναι ο νους κι όλες οι μικρές βεβαιότητες του ανθρώπου.

Διαλέγω τον ανήφορο, γιατί κατά κει με σπρώχνει η καρδιά μου. "Απάνω! Απάνω! Απάνω!" φωνάζει η καρδιά μου, και την ακολουθώ μ΄ εμπιστοσύνη.

Νιώθω, αυτό ζητάει από μένα η τρομερή αρχέγονη Κραυγή. Πηδώ στο πλευρό της! Ταυτίζω τη μοίρα μου μαζί της.

Κάποιος μέσα μου αγωνίζεται ν΄ ανασηκώσει ένα βάρος, ν΄ αναμερίσει τη σάρκα και το νου, νικώντας τη συνήθεια, την τεμπελιά και την ανάγκη.

Δεν ξέρω από που έρχεται και που πάει. Μέσα στο εφήμερο στήθος μου αδράχνω την πορεία του, αφουκράζουμαι το αγκομαχητό του, ανατριχιάζω αγγίζοντας τον.

Ποιος είναι; Στήνω το αυτί, θέτω σημάδια, οσμίζουμαι τον αγέρα. Ανηφορίζω, ψάχνοντας προς τ΄ απάνω, αγκομαχώντας. Αρχίζει η φοβερή, η μυστική Πορεία.

Α΄ ΣΚΑΛΟΠΑΤΙ: ΕΓΩ

Δεν είμαι καλός, δεν είμαι αγνός, δεν είμαι ήσυχος! Αβάσταχτη είναι η ευτυχία κι η δυστυχία μου, είμαι γιομάτος άναρθρες φωνές και σκοτάδι· κυλιούμαι όλο δάκρυα κι αίματα μέσα στη ζεστή τούτη φάτνη της σάρκας μου.

Φοβούμαι να μιλήσω. Στολίζουμαι με ψεύτικα φτερά, φωνάζω, τραγουδώ, κλαίω, για να συμπνίγω την ανήλεη κραυγή της καρδιάς μου.

Δεν είμαι το φως, είμαι η νύχτα· μα μια φλόγα λοχίζει ανάμεσα στα σωθικά μου και με τρώει. Είμαι η νύχτα που την τρώει το φως.

Με κίντυνο, βαρυγκομώντας, τρεκλίζοντας μέσα στο σκοτάδι, πασκίζω να τιναχτώ από τον ύπνο, να σταθώ λίγη ώρα, όσο μπορώ, ορθιος.

Μια μικρή ανυπόταχτη πνοή μάχεται μέσα μου απελπισμένα να νικήσει την ευτυχία, την κούραση και το θάνατο.

Γυμνάζω σαν άλογο πολεμικό το σώμα μου, το συντηρώ λιτό, γερό, πρόθυμο. Το σκληραγωγώ και το σπλαχνίζουμαι. Αλλο άλογο δεν έχω.

Συντηρώ το μυαλό μου ακοίμητο, λαγαρό, ανήλεο. Το αμολώ να παλεύει ακατάλυτα και να κατατρώει, φως αυτό, το σκοτάδι της σάρκας. Αλλο αργαστήρι να κάνω το σκοτάδι φως δεν έχω.

Συντηρώ την καρδιά μου φλεγόμενη, γενναία, ανήσυχη. Νιώθω στην καρδιά μου όλες τίς ταραχές και τις αντινομίες, τις χαρές και τις πίκρες της ζωής. Μα αγωνίζουμαι να τις υποτάξω σ΄ ένα ρυθμό ανώτερο από το νου, σκληρότερο από την καρδιά μου. Στο ρυθμό του Σύμπαντου που ανηφορίζει.

Η Κραυγή κηρύχνει μέσα μου επιστράτεψη. Φωνάζει: "Εγώ, η Κραυγή, είμαι ο Κύριος ο Θεός σου! Δεν είμαι καταφύγι. Δεν είμαι σπίτι κι ελπίδα. Δεν είμαι Πατέρας, δεν είμαι Γιος, δεν είμαι Πνέμα. Είμαι ο Στρατηγός σου!

"Δέν είσαι δούλος μου μήτε παιχνίδι στις απαλάμες μου. Δεν είσαι φίλος μου, δεν είσαι παιδί μου. Είσαι ο σύντροφος μου στη μάχη.

"Κράτα γενναία τα στενά που σου μπιστεύτηκα· μην τα προδώσεις! Χρέος έχεις και μπορείς στο δικό σου τον τομέα να γίνεις ήρωας.

"Αγάπα τον κίντυνο. Τι είναι το πιο δύσκολο; Αυτό θέλω! Ποιο δρόμο να πάρεις; Τον πιο κακοτράχαλον ανήφορο. Αυτόν παίρνω κι εγώ· ακλούθα μου!

"Να μάθεις να υπακούς. Μονάχα όποιος υπακούει σε ανώτερο του ρυθμό είναι λεύτερος.

"Να μάθεις να προστάζεις. Μονάχα όποιος μπορεί να προστάζει είναι αντιπρόσωπος μου απάνω στη γης ετούτη.

"Ν΄ αγαπάς την ευθύνη. Να λες: Εγώ, εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη γης. Αν δε σωθεί, εγώ φταίω.

"Ν΄ αγαπάς τον καθένα ανάλογα με τη συνεισφορά του στον αγώνα. Μη ζητάς φίλους· να ζητάς συντρόφους!

"Να ΄σαι ανήσυχος, αφχαρίστητος, απροσάρμοστος πάντα. Όταν μια συνήθεια καταντήσει βολική, να τη συντρίβεις. Η μεγαλύτερη αμαρτία είναι η ευχαρίστηση.

"Που πάμε; Θα νικήσουμε ποτέ; Προς τι όλη τούτη η μάχη; Σώπα! Οι πολεμιστές ποτέ δε ρωτούνε!"

Σκύβω κι αφουκράζουμαι την πολεμική τούτη Κραυγή στα σωθικά μου. Αρχίζω και μαντεύω το πρόσωπο του Αρχηγού, ξεκαθαρίζω τη φωνή του, δέχουμαι με χαρά και με τρόμο τις σκληρές εντολές του.

Ναι, ναι, δεν είμαι τίποτα. Ένας αχνός φωσφορισμός απάνω στην ογρή πεδιάδα, ένα άθλιο σκουλήκι που σούρνεται κι αγαπάει, φωνάζει και μιλάει για φτερούγες, μια ώρα, δυο ώρες, κι ύστερα το στόμα του φράζει με χώματα. Αλλη απόκριση οι σκοτεινές δυνάμες δε δίνουν.

Μα μέσα μου, μια Κραυγή ανώτερη μου φωνάζει αθάνατη. Τι, θέλοντας και μη, είμαι κι εγώ, σίγουρα, ένα κομμάτι από τ΄ ορατό κι αόρατο Σύμπαντο. Είμαστε ένα. Οι δυνάμες που δουλεύουν εντός μου, οι δυνάμες που με σπρώχνουν και ζω, οι δυνάμες που με σπρώχνουν και πεθαίνω είναι, σίγουρα, και δικές του δυνάμες.

Δεν είμαι ένα μετέωρο αρίζωτο στον κόσμο. Είμαι χώμα από το χώμα του και πνοή από την πνοή του.

Δε φοβούμαι μοναχός, δεν ελπίζω μοναχός, δε φωνάζω μοναχός μου. Μια παράταξη μεγάλη, μια φόρα του Σύμπαντου φοβάται, ελπίζει, φωνάζει μαζί μου.

Είμαι ένα πρόχειρο γιοφύρι, και Κάποιος αποπάνω μου περνάει και γκρεμίζουμαι ξοπίσω του. Ένας Αγωνιστής με διαπερνάει, τρώει τη σάρκα μου και το μυαλό μου, ν΄ ανοίξει δρόμο, να γλιτώσει από μένα. Όχι εγώ, Αυτός φωνάζει!

Β΄ Η ΡΑΤΣΑ

Η Κραυγή δεν είναι δική σου. Δε μιλάς εσύ, μιλούν αρίφνητοι πρόγονοι με το στόμα σου. Δεν πεθυμάς εσύ· πεθυμούν αρίφνητες γενεές απόγονοι με την καρδιά σου.

Οι νεκροί σου δεν κείτουνται στο χώμα. Γένηκαν πουλιά, δέντρα, αγέρας. Κάθεσαι στον ίσκιο τους, θρέφεσαι με τη σάρκα τους, αναπνές το χνότο τους. Γένηκαν Ιδέες και πάθη, κι ορίζουν τη βουλή σου και την πράξη.

Οι μελλούμενες γενεές δε σαλεύουν μέσα στον αβέβαιο καιρό, μακριά από σένα. Ζουν, ενεργούν και θέλουν μέσα στα νεφρά και στην καρδιά σου.

Το πρώτο σου χρέος πλαταίνοντας το εγώ σου είναι, στην αστραπόχρονη τούτη στιγμή που περπατάς στη γης, να μπορέσεις να ζήσεις την απέραντη πορεία, την ορατή και την αόρατη, του εαυτού σου.

Δεν είσαι ένας· είσαι ένα σώμα στρατού. Μια στιγμή κάτω από τον ήλιο φωτίζεται ένα από τα πρόσωπα σου. Κι ευτύς σβήνει κι ανάβει άλλο, νεώτερο σου, ξοπίσω σου.

Η ράτσα σου είναι το μεγάλο σώμα, το περασμένο, το τωρινό και το μελλούμενο. Εσύ είσαι μια λιγόστιγμη έκφραση, αυτή είναι το πρόσωπο. Εσύ είσαι ο ίσκιος, αυτή το κρέας.

Δεν είσαι λεύτερος. Αόρατα μυριάδες χέρια κρατούν τα χέρια σου και τα σαλεύουν. Όταν θυμώνεις, ένας προπάππος αφρίζει στο στόμα σου· όταν αγαπάς, ένας πρόγονος σπηλιώτης μουγκαλιέται όταν κοιμάσαι, ανοίγουν οι τάφοι μέσα στη μνήμη και γιομώνει βουρκόλακες η κεφαλή σου.

Ένας λάκκος αίμα είναι η κεφαλή σου, και μαζώνουνται κοπάδια κοπάδια οι γίσκιοι των πεθαμένων και σε πίνουν να ζωντανέψουν.

"Μην πεθάνεις, για να μην πεθάνουμε!" φωνάζουν μέσα σου οι νεκροι. "Δεν προφτάσαμε να χαρούμε τις γυναίκες που πεθυμήσαμε· πρόφτασε εσύ, κοιμήσου μαζί τους! Δεν προφτάσαμε να κάμουμε έργα τις Ιδέες μας· κάμε τις έργα εσύ! Δεν προφτάσαμε να συλλάβουμε και να στερεώσουμε το πρόσωπο της ελπίδας μας· στερέωσε το εσύ!

"Τέλεψε το έργο μας! Τέλεψε το έργο μας! Μέρα νύχτα μπαινοβγαίνουμε στο κορμί σου και φωνάζουμε. Όχι, δε φύγαμε, δεν ξεκορμίσαμε από σένα, δεν κατεβήκαμε στη γης. Μέσα από τα σωθικά σου ξακλουθουμε τον αγώνα. Λύτρωσε μας!"

Δε φτάνει ν΄ ακούς μέσα σου τη βουή των προγόνων. Δε φτάνει να τους νιώθεις να παλεύουν μπροστά από το κατώφλι του νου σου. Όλοι χύνουνται να πιαστούν από το ζεστό μυαλό σου, ν΄ ανέβουν πάλι στο φως της μέρας.

Μα εσύ να ξεδιαλέγεις. Ποιος πρόγονος να γκρεμιστεί πίσω στα τάρταρα του αίματου σου και ποιος ν΄ ανηφορίσει πάλι στο φως και στο χώμα.

Μην τους λυπάσαι! Κάθου άγρυπνος στην καταβόθρα της καρδιάς σου και ξεδιάλεγε. Τούτος ο ίσκιος, να λες, είναι ταπεινός, σκοτεινός, σα ζώο· να φύγει! Τούτος είναι σιωπηλός και φλεγόμενος, πιο ζωντανός από μένα· ως πιει το αίμα μου όλο!

Φώτισε το σκοτεινό αίμα των προγόνων, σύνταξε τις κραυγές τους σε λόγο, καθάρισε τη βούληση τους, πλάτυνε το στενό τους ανήλεο μέτωπο· αυτό είναι το δεύτερο σου χρέος.

Γιατί δεν είσαι μονάχα σκλάβος. Ευτύς ως γεννήθηκες, μια νέα πιθανότητα γεννήθηκε μαζί σου, ένας λεύτερος σκιρτημός τρικυμίζει τη μεγάλη ζοφερή καρδιά του σογιού σου.

Φέρνεις, θες δε θες, ένα νέο ρυθμό. Μια νέα επιθυμία, μια νέα Ιδέα, μια θλίψη καινούρια. Θες δε θες, πλουτίζεις το πατρικό σου το σώμα.

Κατά που θα κινήσεις; Πώς θ΄ αντικρίσεις τη ζωή και το θάνατο, την αρετή και το φόβο; Όλη η γενεά καταφεύγει στο στήθος σου και ρωτάει και προσδοκάει με αγωνία.

Έχεις ευθύνη. Δεν κυβερνάς πια μονάχα τη μικρή ασήμαντη ύπαρξη σου. Είσαι μια ζαριά όπου για μια στιγμή παίζεται η μοίρα του σογιού σου.

Κάθε σου πράξη αντιχτυπάει σε χιλιάδες μοίρες. Όπως περπατάς, ανοίγεις, δημιουργός την κοίτη όπου θα μπει και θα όδέψει ο ποταμός των απόγονων.

Όταν φοβάσαι, ο φόβος διακλαδώνεται σε αναρίθμητες γενεές και εξευτελίζεις αναρίθμητες ψυχές μπροστά και πίσω σου. Όταν υψώνεσαι σε μια γενναία πράξη, η ράτσα σου αλάκερη υψώνεται και αντρειεύει.

"Δεν είμαι ένας! Δεν είμαι ένας!" Τ όραμα τούτο κάθε στιγμή να σε καίει.

Δεν είσαι ένα άθλιο λιγόστιγμο κορμί· πίσω από την πήλινη ρεούμενη μάσκα σου ένα πρόσωπο χιλιοχρονίτικο ενεδρεύει. Τα πάθη σου κι οι Ιδέες σου είναι πιο παλιά από την καρδιά κι από το μυαλό σου.

Το σώμα σου το αόρατο είναι οι πεθαμένοι πρόγονοι κι οι απόγονοι οι αγέννητοι. Το σώμα σου τ΄ ορατό είναι οι άντρες, οι γυναίκες και τα παιδιά που ζουν της εδικής σου ράτσας.

Μονάχα εκείνος λυτρώθηκε από την κόλαση του εγώ του που νιώθει να πεινάει όταν ένα παιδί της ράτσας του δεν έχει να φάει, και να σκιρτάει πασίχαρος όταν ένας άντρας και μια γυναίκα του σογιού του φιλιούνται.

Όλα τούτα είναι μέλη του μεγάλου ορατού κορμιού σου. Πονάς και χαίρεσαι σκορπισμένος ως τα πέρατα της Γης μέσα σε χιλιάδες ομοαίματα κορμιά.

Όπως μάχεσαι για το μικρό σου το σώμα, πολέμα και για το μεγάλο. Πολέμα όλα τούτα τα κορμιά σου να γίνουνε δυνατά, λιτά, πρόθυμα. Να φωτιστεί ο νους τους, να χτυπάει η καρδιά τους φλεγόμενη, γενναία, ανήσυχη.

Πως μπορείς να ΄σαι δυνατός, φωτεινός, γενναίος, αν οι αρετές τούτες δεν τρικυμίζουν αλάκερο το μεγάλο σου το σώμα; Πως μπορείς να σωθείς, αν δε σωθεί αλάκερο σου το αίμα; Ένας από τη ράτσα σου να χαθεί, σε συντραβάει στο χαμό του. Ένα μέλος του κορμιού και του νου σου σαπίζει.

Να ζεις βαθιά, όχι σαν Ιδέα, παρά ως σάρκα κι αίμα, την ταυτότητα τούτη.

Είσαι ένα φύλλο στο μέγα δέντρο της ράτσας. Να νιώθεις το χώμα ν΄ ανεβαίνει από τις σκοτεινές ρίζες και ν΄ απλοκαμιέται στα κλαριά και στα φύλλα.

Ποιος είναι ο σκοπός σου; Να μάχεσαι να πιαστείς στέρεα από το κλαρί, κι είτε σα φύλλο είτε σαν άνθος είτε σαν καρπός να σαλεύει μέσα σου, ν΄ ανανεώνεται και ν΄ αναπνέει αλάκερο το δέντρο.

Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει.

Αγωνία μέσα σου. Κάποιος παλεύει να φύγει, να ξεσκιστεί από τη σάρκα σου, να γλιτώσει από σένα. Ένας σπόρος στα νεφρά σου, ένας σπόρος στο μυαλό σου δε θέλει πια να ΄ναι μαζί σου, δε χωράει πια στο σπλάχνο σου, μάχεται για ελευτερία.

"Πατέρα, δε χωρώ στην καρδιά σου, θέλω να τη συντρίψω, να περάσω Πατέρα, μισώ το σώμα σου, ντρέπουμαι που είμαι κολλημένος μαζί σου, θα φύγω!

"Κατάντησες άλογο οκνό, τα πόδια σου πια δεν μπορούν ν΄ ακλουθούν το ρυθμό της καρδίας μου. Βιάζουμαι. Θα πεζέψω, θα καβαλήσω άλλο κορμί και θα σε αφήσω στο δρόμο!"

Και συ, ο πατέρας, χαίρεσαι γρικώντας την καταφρονετικιά φωνή του παιδιού σου. "Όλα, όλα για το γιο μου!" φωνάζεις. "Εγώ δεν είμαι τίποτα. Εγώ είμαι ο πίθηκος, αυτός ο άνθρωπος. Εγώ είμαι ο άνθρωπος, αυτός ο γιος του ανθρώπου!"

Μια δύναμη μέσα σου, ανώτερη σου, διαπερνάει συντρίβοντας το κορμί σου και το νου σου και φωνάζει: "Παίξε το τωρινό και το σίγουρο, παίξε το για το μελλούμενο κι αβέβαιο!

"Μην κρατάς τίποτα για υστερνή. Μου αρέσει ο κίντυνος. Μπορεί να χαθούμε, μπορεί να σωθούμε. Μη ρωτάς! Απίθωνε κάθε στιγμή στα χέρια του κίντυνου τον κόσμον όλο! Εγώ, ο σπόρος του αγέννητου, τρώγω τα σωθικά της ράτσας σου και φωνάζω!"

Γ΄ Η ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑ

Δε μιλάς εσύ. Μήτε είναι η ράτσα μονάχα μέσα σου που φωνάζει· μέσα σου οι αρίφνητες γενεές των ανθρώπων· άσπροι, κίτρινοι, μαύροι· χιμούν και φωνάζουν.

Λευτερώσου κι από τη ράτσα· πολέμα να ζήσεις όλο τον αγωνιζόμενον άνθρωπο. Κοίτα τον πώς ξεμασκάλισε από τα ζώα, πώς μάχεται να σταθεί όρθιος, να ρυθμίσει τίς άναρθρες κραυγές, να συντηρήσει τη φλόγα ανάμεσα στις πυροστιές, να συντηρήσει το νου ανάμεσα στα κόκαλα της κεφαλής του.

Έλεος να σε κυριέψει για το πλάσμα τούτο που ξεκόρμισε ένα πρωί από τους πίθηκους, γυμνό, ανυπεράσπιστο, χωρίς κέρατα και δόντια, μονάχα με μια σπίθα φωτιά στο μαλακό του το καύκαλο.

Δεν ξέρει από που έρχεται και κατά που πάει. Μα θέλει, αγαπώντας, δουλεύοντας, σκοτώνοντας, να κυριέψει τη γης.

Κοίταξε τους ανθρώπους, λυπήσου τους. Κοίταξε τον εαυτό σου ανάμεσα στους ανθρώπους, λυπήσου τον. Μέσα στο θαμπό σούρουπο της ζωής αγγίζουμε ο ένας τον άλλον, ψαχνόμαστε, ρωτούμε, αφουκραζόμαστε· φωνάζουμε βοήθεια!

Τρέχουμε. Ξέρουμε πώς τρέχουμε να πεθάνουμε, μα δεν μπορούμε να σταματήσουμε. Τρέχουμε.

Μια λαμπάδα κρατούμε και τρέχουμε. Το πρόσωπο μας, μια στιγμή, φωτίζεται· μα βιαστικά παραδίνουμε τη λαμπάδα στο γιο μας κι εύτύς σβήνουμε, κατεβαίνουμε στον Αδη.

Η μάνα κοιτάει μπροστά, κατά την κόρη· η κόρη κοιτάει κι αυτή μπροστά, πέρα από του αντρός της το κορμί, κατά το γιο ΄να πώς πορεύεται στη γης ετούτη ο Αόρατος.

Όλοι, χωρίς έλεος, κοιτάζουμε καταμπροστά, σπρωγμένοι από τεράστιες πίσω μας αλάθευτες σκοτεινές δυνάμες.

Σηκώσου απάνω από το πρόσκαιρο μετερίζι του κορμιού σου, κοίταξε πίσω τους αιώνες. Τι βλέπεις; Ζώα γιομάτα τρίχες κι αίματα ανεβαίνουν από τη λάσπη ανταρεμένα. Ζώα γιομάτα τρίχες κι αίματα κατεβαίνουν από τα κορφοβούνια ανταρεμένα.

Σμίγουν μουγκρίζοντας οι δυό στρατοί σαν άντρας με γυναίκα και γίνουνται ένας βώλος αίμα, μυαλό και λάσπη.

Κοίταξε· οι λαοί ανεβαίνουν σα χλόη από τα χώματα και πέφτουν πάλι στα χώματα, λίπασμα γονερό για τις μελλούμενες σπορές. Κι η γης παχαίνει από τη στάχτη, από τα αίματα κι από τα μυαλά των ανθρώπων.

Αρίφνητοι χάνουνται μεσοστρατίς, γεννιούνται και πεθαίνουν στείροι. Καταβόθρες ξαφνικά ανοίγουνται μες στο σκοτάδι, γκρεμίζουνται λαοί, προστάγματα δίχως συνοχή γρικιούνται μέσα στην ακατάστατη βουή, και το ανθρώπινο κοπάδι ταράζεται και σκορπίζει.

Ξαφνικά μαντεύουμε κάτωθε και γύρα μας και μέσα στην άβυσσο της καρδιάς μας τις τυφλές, αχόρταγες, χωρίς καρδιά, χωρίς μυαλό δυνάμες.

Σ΄ ένα πέλαγο τρικυμισμένο αρμενίζουμε, το νιώθουμε σε μιαν κίτρινη αστραπή, σ΄ ένα τσόφλι μπιστευτήκαμε τα πλούτη μας, τα παιδιά και τους θεούς μας.

Κύματα σκοτεινά, πηχτά, όλο αίματα οι αίώνες ανεβοκατεβαίνουν. Η κάθε στιγμή είναι μια άβυσσο που ανοίγει.

Αγνάντευε το σκοτεινό πέλαγο χωρίς να τρεκλίζεις, κοίταζε κατάματα την άβυσσο, κάθε στιγμή, χωρίς φαντασία, αναίδεια και φόβο. Χωρίς φαντασία, αναίδεια και φόβο. Μα δε φτάνει· κάμε ένα βήμα ακόμα· πολέμησε να δώσεις νόημα στ΄ ασυνάρτητα παλέματα του ανθρώπου.

Γύμναζε την καρδιά σου να κυβερνάει όσο μπορεί πιο απλόχωρη παλαίστρα. Ανακύκλωνε σ΄ έναν αιώνα, υστέρα σε δυο αιώνες, υστέρα σε τρεις, σε δέκα, σε όσους αιώνες αντέχεις, την πορεία του ανθρώπου. Γύμναζε το μάτι σου να θεάται να κινούνται λαοί σε μεγάλα χρονικά διαστήματα.

Βυθίζου στ΄ όραμα τούτο με υπομονή, με αγάπη κι υψηλή αφιλοκέρδεια· ωσότου αγάλια εντός σου ο κόσμος ν΄ ανασάνει: να φωτιστούν οι αγωνιζόμενοι, να σμίξουν στην καρδιά σου και ν΄ αναγνωριστούν αδερφοί.

Η καρδιά σμίγει ό,τι ο νους χωρίζει, ξεπερνάει την παλαίστρα της ανάγκης και μετουσιώνει το πάλεμα σε αγάπη.

Ακροπόδιζε στον αχόρταγο γκρεμό και πολέμα να συντάξεις τ΄ όραμα. Ανασήκωσε την πολύχρωμη καταπαχτή του μυστήριου· τ΄ άστρα, τις θάλασσες, τους ανθρώπους, τις Ιδέες· δώσε μορφή και νόημα στην άμορφη, άμυαλη απεραντοσύνη.

Περιμάζωξε στην καρδιά σου όλες τις τρομάρες, ανασύνθεσε όλες τις λεπτομέρειες. Ένας κύκλος είναι η λύτρωση· κλείσε τον!

Τι θα πει ευτυχία; Να ζει όλες τις δυστυχίες. Τι θα πει φως; Να κοιτάς με αθόλωτο μάτι όλα τα σκοτάδια.

Είμαστε ένα γράμμα ταπεινό, μια συλλαβή, μια λέξη από τη γιγάντια Οδύσσεια. Είμαστε βυθισμένοι σ΄ ένα γιγάντιο τραγούδι και λάμπουμε όπως λάμπουν τα ταπεινά χοχλάδια όσο είναι βυθισμένα στη θάλασσα.

Ποιο είναι το χρέος μας; Ν΄ ανασηκώσουμε το κεφάλι από το κείμενο, μια στιγμή, όσο αντέχουν τα σπλάχνα μας, και ν΄ αναπνέψουμε το υπερπόντιο τραγούδι.

Να σμίξουμε τις περιπέτειες, να δώσουμε νόημα στο ταξίδι, να παλεύουμε ακατάλυτα με τους ανθρώπους, με τους θεούς και με τα ζώα, κι αργά, υπομονετικά, να μολώνουμε μέσα στα φρένα μας, μελούδι από το μελούδι μας, την Ιθάκη.

Σαν ένα νησί, αργά, με φοβερόν αγώνα, υψώνεται μέσα από τον ωκεανό του ανύπαρχτου το έργο του ανθρώπου.

Μέσα στο μερόνυχτα στερεούμενο τούτο αλώνι οι γενεές δουλεύουν, αγαπούν, ελπίζουν, αφανίζουνται. Νέες γενεές πατούν τα κουφάρια των πατέρων, συνεχίζουν το έργο απάνω στην άβυσσο και μάχουνται να μερώσουν το τρομερό μυστήριο· πώς; καλλιεργώντας ένα χωράφι, φιλώντας μια γυναίκα, μελετώντας μιαν πέτρα" ένα ζώο, μιαν Ιδέα.

Έρχουνται σεισμοί, το νησί σαλεύει, μια γωνιά γκρεμίζεται, μια άλλη ανεβαίνει από τ΄ ανήλιαγα κύματα.

Ένας αργάτης πελαγίσιος είναι ο νους, κι είναι η δουλειά του να μολώνει το χάος.

Απ΄ όλες τούτες τις γενεές, άπ΄ όλες τις δυστυχίες και τις χαρές, από τους έρωτες, από τους πολέμους, από τις Ιδέες, αναδίνεται μια φωνή αγνή και γαλήνια· αγνή και γαλήνια, γιατί περιέχει όλες τις αμαρτίες και τις ανησυχίες του αγωνιζόμενου ανθρώπου και τις ξεπερνάει κι ανεβαίνει.

Μέσα απ΄ όλο τούτο το ανθρώπινο υλικό ένας ανηφορίζει με τα χέρια, με τα πόδια, πνιμένος στα δάκρυα και στα αίματα, κι αγωνίζεται να σωθεί. Να σωθεί από ποιόν; Από το κορμί που τον περικλείνει, από το λαό που τον αναβαστάει, από τη σάρκα, από την καρδιά κι από τα φρένα του ανθρώπου.

- Κύριε, ποιος είσαι; Σάν Κένταυρος υψώνεσαι μπροστά μου, με τα χέρια στον ουρανό τανυσμένα, με τα πόδια καρφωμένα στη λάσπη.
- Είμαι Εκείνος που αιώνια ανεβαίνει!
- Γιατί ανεβαίνεις; Ξενεφρίζεσαι, αγωνιάς, μάχεσαι να ξεθηκαρώσεις από το ζώο. Από το ζώο κι από τον άνθρωπο. Μη με αφήνεις!
- Μάχουμαι, ανεβαίνω, για να μην πνιγώ. Απλώνω τα χέρια μου, πιάνουμαι απ΄ όλα τα ζεστά κορμιά, σηκώνω απάνω από το μυαλό το κεφάλι μου για ν΄ αναπνέψω· ολούθε πνίγουμαι, πουθενά δε χωρώ!
- Κύριε, γιατί τρέμεις;
- Φοβούμαι! Ο σκοτεινός ανήφορος δεν έχει τελειωμό. Μια φλόγα είναι η κεφαλή μου κι αιώνια ξεκορμίζει· μα το πνέμα της νύχτας αιώνια φυσάει να με σβήσει. Ο αγώνας μου όλος πάσα στιγμή κιντυνεύει. Ο αγώνας μου όλος σε κάθε κορμί κιντυνεύει. Πατώ, παραπατώ μέσα στις σάρκες, σαν ένας νυχτωμένος στρατοκόπος, και φωνάζω: Βοήθεια!

Δ΄ Η ΓΗΣ

Δε φωνάζεις εσύ. Δε φωνάζει η ράτσα σου μέσα στο εφήμερο στήθος σου. Δε φωνάζουν μονάχα οι άσπρες, οι κίτρινες, οι μαύρες γενεές των ανθρώπων στην καρδιά σου. Η Γης αλάκερη, με τα νερά και τα δέντρα της, με τα ζώα, με τους ανθρώπους και τους θεούς της μέσα στο στήθος σου φωνάζει.

Ανασηκώνεται η Γης μέσα στα φρένα σου και θωράει για πρώτη φορά αλάκερο το σώμα της.

Ανατριχιάζει· είναι ένα ζώο που τρώει, γεννάει, σαλεύει, θυμάται. Πεινάει, τρώει τα παιδιά της -φυτά, ζώα, ανθρώπους, ιδέες- τ΄ αλέθει στα σκοτεινά σαγόνια της, τα ξαναπερνάει από το κορμί της και τα ξαναχύνει στο χώμα.

Θυμάται, αναμαυλάει τα πάθη της. Μέσα στην καρδιά μου το μνημονικό της ανοίγει, απλώνεται, κυριεύει τον καιρό.

Δεν είναι τούτη η καρδιά που πηδάει και χτυπάει μέσα στο αίμα. Είναι η Γης αλάκερη. Στρέφεται πίσω της και ξαναζεί το φοβερό ανηφόρισμά της στο χάος.

Θυμούμαι μιαν ατέλειωτη ερημιά από άναρχη φλεγόμενη ύλη. Καίγουμαι! Περνώ τον άμετρο ανοργάνωτο καιρό, ολομόναχος, απελπισμένος, κραυγάζοντας στην έρημία.

Κι αργά η φλόγα καταλαγιάζει, η μήτρα της ύλης δροσερεύει, ζωντανεύει η πέτρα, και θρύβεται· κι ανεβαίνει τρέμοντας στον αγέρα ένα μικρό, πράσινο φύλλο. Πιάνεται από το χώμα, στερεώνεται, σηκώνει το κεφάλι του και τα χέρια, αρπάζει τον αγέρα, το νερό, το φως, αρμέγει το Σύμπαντο.

Αρμέγει το Σύμπαντο και θέλει να το περάσει από το λιγνό σαν την κλωστή κορμί του και να το κάμει ανθό, καρπό και σπόρο. Να το κάμει αθάνατο.

Ανατριχιάζει η θάλασσα, σκίζεται σε δυο, κι ανεβαίνει από το λασπερό βυθό της ένα λιμασμένο, ανήσυχο, αόμματο σκουλήκι.

Νικήθηκε το βάρος, ανασηκώθηκε η πλάκα του θανάτου, προβαίνουν γιομάτα έρωτα και πείνα οι στρατιές τα δέντρα και τα ζώα.

Κοιτώ τη Γης με το λασπωμένο μυαλό της κι ανατριχιάζω ξαναζώντας τον κίντυνο. Μπορούσα να βουλιάξω, να χαθώ μέσα στις ρίζες τούτες που πίνουν μ΄ ευδαιμονία τη λάσπη· μπορούσα να πλαντάξω μέσα στο χοντρό τούτο μυριοζάρωτο τομάρι· ή να σπαράζω αιώνια μέσα στο αιματερό σκοτεινό καύκαλο του παμπάλαιου πρόγονου.

Μα γλίτωσα. Πέρασα τα παχιόφλουδα φυτά, πέρασα τα ψάρια, τα πουλιά, τα θεριά, τους πιθήκους. Έκαμα τον άνθρωπο.

Έκαμα τον άνθρωπο, και τώρα μάχουμαι να τον ξεκάμω!

"Δε χωρώ! Δε χωρώ! Θέλω να ξεφύγω!" Η κραυγή τούτη αιώνια ρήμαζε και κάρπιζε τα σωθικά του κόσμου. Πηδούσε από σώμα σε σώμα, από γενεά σε γενεά, από είδος σε είδος, ολοένα πιο σαρκοβόρα και πιο δυνατή. Όλοι οι γονιοί φωνάζουν: "Θέλω να γεννήσω γιον ανώτερο μου!"

Στις φοβερές στιγμές που η Κραυγή περνάει από το κορμί μας, νιώθουμε μιαν προανθρώπινη δύναμη ανήλεη να μας σπρώχνει. Ένα χείμαρρο βουερό, λασπερό από πίσω μας, γιομάτο αίμα, δάκρυα, ιδρώτα, αλαλαγμούς χαράς, ηδονής και θανάτου.

Ένας άνεμος ερωτικός φυσάει απάνω στη Γης, ίλιγγος κυριεύει όλα τα ζωντανά και σμίγουν στη θάλασσα, στις σπηλιές, στον αγέρα, κάτω από το χώμα, μεταγγίζοντας από κορμί σε κορμί μια μεγάλη ακατανόητη αγγελία.

Και τώρα μονάχα εμείς, νογώντας πίσω μας την έφοδο, θαμπά αρχινούμε και μαντεύουμε γιατί πάλευαν, γεννούσαν και πέθαιναν τα ζώα, και πίσω τους τα φυτά, και πίσω όλη η ανοργάνωτη εφεδρεία.

Έλεος, ευγνωμοσύνη και σέβας μας κυριεύει για τους παλιούς μας συντρόφους στη μάχη. Δούλευαν, αγαπούσαν και πέθαιναν για ν΄ ανοίξουν το δρόμο να περάσουμε.

Όμοια κι εμείς, μέσα στην ίδια ηδονή, παράφορα κι αγωνία, δουλεύουμε για κάποιον Αλλον, που σε κάθε γενναία μας πράξη προχωράει κι ένα βήμα.

Όλος μας ο αγώνας θα ΄χει πάλι ένα σκοπό ανώτερο μας, όπου θα χρησιμέψουν και θ΄ αγιάσουν οι μόχτοι μας, οι αθλιότητες και τα εγκλήματα.

Μια έφοδο είναι τούτη! Μια πνοή χιμάει, τρικυμίζει, καρποβολάει την ύλη, περνάει τα ζώα, δημιουργάει τον άνθρωπο, πιάνεται από πάνω του σαν όρνιο αρπαχτικό και στρηνιάζει.

Είναι η σειρά μας! Μας δουλεύει, κατεργάζεται εντός μας την ύλη και την κάνει πνέμα, πατάει το μυαλό μας, πηδάει καβάλα στο σπέρμα και μάχεται, κλοτσώντας πίσω το κορμί μας, να ξεφύγει.

Σα να ΄ναι όλη η ζωή ετούτη τ΄ ορατό αιώνιο κυνήγι ενός αόρατου Γαμπρού, που κυνηγάει από κορμί σε κορμί την αιωνιότητα, την αδάμαστη Νύφη.

Κι εμείς, όλο το ψίκι της γαμήλιας πομπής, φυτά, ζώα, άνθρωποι, χιμούμε τρέμοντας προς τη μυστική παστάδα. Και καθένας κρατάει με δέος τα ιερά σύμβολα του γάμου· άλλος το Φαλλό, άλλος τη Μήτρα.

ΤΟ ΟΡΑΜΑ

Ακουσες την Κραυγή και κίνησες. Πέρασες από αγώνα σε αγώνα όλες τις πολεμικές θητείες του στρατευόμενου ανθρώπου.

Πολέμησες μέσα στο μικρό τσαντίρι του κορμιού σου, μάνα, στενή σου φάνταξε η παλαίστρα, πνίγουσουν, και χύθηκες να ξεφύγεις.

Στρατοπέδεψες στη ράτσα σου, γιόμωσες χέρια και καρδιές, ανάστησες με το αίμα σου τους φοβερούς προγόνους και κίνησες μαζί με τους νεκρούς, τους ζωντανούς και τους αγέννητους να πολεμήσεις.

Και μονομιάς όλες οι ράτσες κίνησαν μαζί σου, το ίερό στράτεμα του ανθρώπου ανασυντάχτηκε ξοπίσω σου, όλη η γης βούισε σα στρατόπεδο.

Ανέβηκες, κι από αψηλή κορφή αλάκερο το σχέδιο της μάχης διακλαδώθηκε μέσα στους γύρους του μυαλού σου κι όλες οι αντιμαχόμενες εκστρατείες έσμιξαν στο μυστικό στρατόπεδο της καρδιάς σου.

Κι από πίσω συντάχτηκαν τα ζώα και τα φυτά, σα μεταγωγικά στα μαχόμενα μπροστά στρατέματα του ανθρώπου.

Τώρα η Γης αλάκερη πιάστηκε απάνω σου, έγινε κορμί σου, φωνάζει μέσα στο χάος.

Πώς να πολιορκήσω με λόγια το φοβερό τούτο δράμα; Σκύβω στο χάος κι αφουκράζουμαι. Ένας ανεβαίνει αγκομαχώντας μυστικό, επικίντυνο ανήφορο.

Μοχτάει, αγωνίζεται με πείσμα ν΄ ανηφορίσει. Μα βρίσκει εμπόδιο αντίδρομή του ορμή: Ένας κατεβαίνει βιαστικά μυστικό, καλόβολο πολύ κατήφορο.

Η Πνοή, μέσα στο ρέμα το πηχτό που κατεβαίνει, μελίζεται, στροβιλίζεται και μια στιγμή· όσο βαστάει κάθε ζωή· σοζυγιάζουνται οι δυο αντίδρομες επιθυμίες.

Να πώς γεννιούνται τα κορμιά, να πώς δημιουργιέται ο κόσμος κι ισορροπούνε μέσα στα ζωντανά οι δυο αντιστρατευόμενες δυνάμες.

Μια στιγμή, τον Ένα που ανηφορίζει τον περιτυλίγει σφιχτά ένα σώμα αγαπημένο, το σώμα του, και του αργοποράει το ανέβασμα. Μα γρήγορα, με τον έρωτα, με το θάνατο, του ξεφεύγει. Κι εξακολουθεί την πορεία.

Πατάει το άψυχο, πλάθει το φυτό και το γιομώνει. Στρατοπεδεύει αλάκερος· αλάκερος, θα πει: μαζί με τη λαχτάρα και τη δύναμη να ξεφύγει.

Ανασηκώνεται λίγο, αναπνέει με κόπο, πνίγεται. Παρατάει στα φυτά όσο βάρος, όση νάρκη κι ακινησία μπορεί, αλαφρώνει και πηδάει, αλάκερος πάλι, πιο πέρα και πιο πάνω, δημιουργώντας τα ζώα, και στρατοπεδεύει αλάκερος στα νεφρά τους.

Αλάκερος, πάλι, θα πει: μαζί με τη λαχτάρα και τη δύναμη να ξεφύγει.

Τα σώματα αναπνένε, θρέφουνται, ταμιεύουν δυνάμες, και σε μια στιγμή ερωτική συντρίβουνται, ξοδεύουν τα πάντα κι αδειάζουν, για ν΄ αφήσουν στο γιο την ψυχή τους. Ποιαν ψυχή; Την ορμή προς τ΄ απάνω!

Λαγαρίζεται αργά, με αγώνα, ανάμεσα από τα κορμιά τους, παρατάει πάνω τους όσα πάθη, όση σκλαβιά, ανημποριά και σκοτάδι μπορεί.

Κι ανασηκώνεται πάλι, πιο ανάλαφρος, και χιμάει να ξεφύγει· κι η ορμή τούτη για την ελευτερία, παλεύοντας με την ύλη, αργά δημιουργάει την κεφαλή του ανθρώπου.

Και τώρα, το νιώθουμε με τρόμο, μάχεται πάλι να ξεφύγει από πάνω μας, να μας παραπετάξει με τα φυτά και τα ζώα, να πηδήξει πιο πέρα. Ήρθε χαρά και πίκρα μεγάλη! η στιγμή να παραπεταχτουμε κι εμείς, οι πρωτοπόροι, στην εφεδρεία.

Πίσω από τη ροή του κορμιού και του μυαλού μου, πίσω από τη ροή της ράτσας μου και των ανθρώπων, πίσω από τη ροή των ζώων και των φυτών, βλέπω τρέμοντας τον Αόρατο που πατάει όλα τα ορατά κι ανεβαίνει.

Και κάτω από τη βαριά, αίματωμένη του πατούσα γρικώ όλα τα ζωντανά να συντρίβουνται.

Αγέλαστο είναι το πρόσωπο του, βουβό, σκοτεινό, πέρα από τη χαρά κι από τη θλίψη, πέρα από την ελπίδα.

Τρέμω. Είσαι συ ο Θεός μου; Το σώμα σου είναι γιομάτο μνήμη. Σαν ένας χρόνια φυλακισμένος ξόμπλιασες με αλλόκοτα δέντρα και μαλλιαρούς δράκους, μ΄ αιματερές περιπέτειες, με κραυγές και χρονολογίες τα μπράτσα σου και το στήθος.

Κύριε, Κύριε, μουγκαλιέσαι σα ζώο! Τα πόδια σου είναι γιομάτα αίμα και λάσπη· τα χέρια σου είναι γιομάτα αίμα και λάσπη· βαριά σα μυλόπετρα είναι τα σαγόνια σου κι αλέθουν.

Πιάνεσαι από τα δέντρα, από τα ζώα, πατάς τον άνθρωπο, φωνάζεις. Ανηφορίζεις τον ατέλειωτο μαύρο γκρεμό του θανάτου και τρέμεις.

Που πας; Πληθαίνει ο πόνος, πληθαίνει το φως και το σκοτάδι. Κλαις, πιάνεσαι απάνω μου, θρέφεσαι με το αίμα μου, αντρειεύεις και λαχτίζεις την καρδιά μου. Σε κρατώ στο στήθος μου, σε φοβούμαι και σε σπλαχνίζουμαι.

Σα να θάψαμε Κάποιον που τον θαρρούσαμε νεκρό και τώρα τον ακούμε μέσα στη νύχτα να φωνάζει: Βοήθεια! Κι ανασηκώνει με αγώνα την ταφόπετρα, την ψυχή και το κορμί μας, όλο πιο αψηλά, όλο πιο λεύτερα αναπνέοντας.

Κάθε λόγος, κάθε πράξη, κάθε Ιδέα είναι η βαριά του ταφόπετρα και την ανασηκώνει. Και το κορμί μου κι όλος ο κόσμος που αγναντεύουμε, ουρανός και γης, είναι η ταφόπετρα, κι ο Θεός αγωνίζεται να την ανασηκώσει.

Τα δέντρα φωνάζουν, τα ζώα, τ΄ άστρα: Χανόμαστε! Δυο χέρια, μεγάλα ίσαμε τον ουρανό, πετιούνται από κάθε ζωντανό και ζητούν βοήθεια.

Με τα γόνατα κλειδωμένα στο πιγούνι, με τα χέρια απλωμένα κατά το φως, με τις πατούσες των ποδιών στη ράχη, ένα κουβάρι, στριγμώνεται ο Θεός στο κάθε μόριο σάρκας.

Όταν ανοίγω ένα καρπό, τέτοιος μου ξεσκεπάζεται μέσα μου ο σπόρος. Όταν μιλώ με τους ανθρώπους, αυτό ξεκρίνω μέσα στο χοντρό, πηχτολάσπωτο μυαλό τους.

Ο Θεός μάχεται στο κάθε πράμα, με τα χέρια τανυσμένα προς το φως. Ποιο φως; Όξω κι απάνω από κάθε πράμα!

Δεν είναι μονάχα ο πόνος η ουσία του Θεού μας· μήτε η ελπίδα στη μελλούμενη ζωή είτε στην επίγεια τούτη· μήτε η χαρά κι η νίκη. Κάθε θρησκεία, υψώνοντας σε λατρεία μια από τις αρχέγονες όψες τούτες του Θεού, στενεύει την καρδιά και το νου μας.

Η ουσία του Θεού μας είναι ο ΑΓΩΝΑΣ. Μέσα στον αγώνα τούτον ξετυλίγουνται και δουλεύουν αιώνια ο πόνος, η χαρά κι η ελπίδα.

Το ανηφόρισμα, ο πόλεμος με το αντίδρομο ρέμα, γεννάει τον πόνο. Μα ο πόνος δεν είναι ο απόλυτος μονάρχης. Η κάθε νίκη, η κάθε προσωρινή ισορρόπηση στο ανηφόρισμα γιομώνει χαρά το κάθε ζωντανό, που αναπνέει, θρέφεται, ερωτεύεται και γεννάει.

Μα μέσα από τη χαρά κι από τον πόνο αναπηδάει αιώνια η ελπίδα να ξεφύγουμε από τον πόνο, να πλατύνουμε τη χαρά.

Κι αρχίζει πάλι το ανηφόρισμα· ο πόνος· και ξαναγεννιέται η χαρά και ξαναπηδάει η νέα ελπίδα. Ποτέ δεν κλείνει ο κύκλος. Δεν είναι κύκλος· είναι ένας στρόβιλος που αιώνια ανεβαίνει, πλαταίνοντας, τυλίγοντας, ξετυλίγοντας, τον τρισυπόστατον αγώνα.

Ποιος είναι ο σκοπός του αγώνα τούτου; Έτσι ρωτάει ο κακομοίρης, συφεροντολόγος πάντα, νους του ανθρώπου, ξεχνώντας πως η Μεγάλη Πνοή δε δουλεύει μέσα σε ανθρώπινο καιρό, τόπο κι αιτιότητα.

Η Μεγάλη Πνοή είναι ανώτερη από τ΄ ανθρώπινα τούτα ρωτήματα. Έχει πλούσιες, πολυπλάνητες ορμές, που για το λιγόπνοο νου μας φαντάζουν αντίφασες· μα μέσα στην ουσία της θεότητας αδερφώνουνται και πολεμούν όλες μαζί, πιστές παραστάτισσες.

Η αρχέγονη Πνοή διακλαδίζεται, ξεχύνεται, μάχεται, αποτυχαίνει, πετυχαίνει, ασκείται. Είναι το Ρόδο των ανέμων!

Αρμενίζουμε κι εμείς και ταξιδεύουμε, θέλοντας το και μη, ξέροντας το κι ασύνειδα, μέσα στις θεϊκές απόπειρες. Έχει λοιπόν κι εμάς η πορεία μας στοιχεία αιώνια, χωρίς αρχή και τέλος, βοηθάει το Θεό, κιντυνεύει μαζί του.

Ποια είναι η ορμή, άπ΄ όλες τις ορμές του Θεού, που ο άνθρωπος μπορεί να συλλάβει; Τούτη μονάχα: Μιαν κόκκινη γραμμή απάνω στη γης ξεκρίνουμε, μιαν κόκκινη αιματερή γραμμή, που με αγώνα ανηφορίζει από την ύλη στα φυτά, από τα φυτά στα ζώα, από τα ζώα στον άνθρωπο.

Ο ακατάλυτος τούτος προανθρώπινος ρυθμός είναι απάνω στη γης ετούτη η μόνη ορατή οδοιπορία του Αόρατου. Φυτά, ζώα, άνθρωποι, είναι τα σκαλοπάτια που δημιουργάει ο Θεός για να πατήσει και ν΄ ανέβει.

Δύσκολος, φοβερός, ατέλειωτος ανήφορος. Στήν έφοδο τούτη ο Θεός θα νικήσει, θα νικηθεί; Υπάρχει νίκη; Υπάρχει νικημός; Το σώμα μας θα σαπίσει, θα ξαναγυρίσει στο χώμα, μα Εκείνος που μια στιγμή το διαπέρασε τι θα γίνει;

Μα όλες τούτες οι έγνοιες είναι κατώτερες, κι όλες οι ελπίδες κι οι απελπισίες εξαφανίζουνται μέσα στο λιμασμένο, χωνευτό στρόβιλο του Θεού. Ο Θεός γελάει, θρηνάει, σκοτώνει, μας βάνει φωτιά και μας αφήνει μεσοστρατίς, αποκαψίδια!

Κι εγώ χαίρουμαι νιώθοντας ανάμεσα στα δυο μελίγγια μου, σαν ανοιγοσφάλιγμα ματιού, την αρχή και το τέλος του κόσμου.

Συμπυκνώνω σε μιαν αστραπόχαρη στιγμή τη σπορά, το φύτρωμα, το άνθισμα, το κάρπισμα και την εξαφάνιση του κάθε δέντρου, ζώου, ανθρώπου, άστρου και θεού.

Όλη η Γης ένας σπόρος φυτεμένος μέσα στους γύρους του μυαλού μου. Ό,τι αρίφνητα χρόνια πολεμάει μέσα στη σκοτεινή μήτρα της ύλης να ξετυλιχτεί και να καρπίσει, μέσα στο κεφάλι μου ξεσπάει σα μια μικρή βουβή αστραπή.

Αχ! την αστραπή τούτη ν΄ ατενίζουμε, να την κρατήσουμε μια στιγμή, να την οργανώσουμε σε ανθρώπινο λόγο!

Τη στιγμιαία τούτη αιωνιότητα που τα κλείνει όλα, περασμένα και μελλούμενα, να τη στερεώσουμε, μα δίχως να χαθεί όλο το γιγάντιο ερωτικό στροβίλισμα σε λεχτικήν ακινησία!

Σα μια κιβωτό η κάθε λέξη, και χορεύουμε γύρα της, με ανατριχίλα νογώντας το Θεό σα φοβερό της περιεχόμενο.

Ό,τι ζεις στην έκσταση ποτέ δε θα μπορέσεις να το στερεώσεις σε λόγο. Όμως μάχου ακατάπαυτα να το στερεώσεις σε λόγο. Πολέμα με μύθους, με παρομοίωσες, με αλληγορίες, με κοινές και σπάνιες λέξες, με κραυγές και με ρίμες να του δώσεις σάρκα, να στερεώσει!

Όμοια κάνει κι ο Θεός, ο Μέγας Εκστατικός. Μιλάει, μάχεται να μιλήσει, με θάλασσες και με φωτιές, με φτερά, με χρώματα, με κέρατα, με νύχια, με αστερισμούς και πεταλούδες, με ανθρώπους, όπως μπορεί, για να στερεώσει την έκσταση του.

Είμαι κι εγώ, σαν κάθε πράμα ζωντανό, στο κέντρο του παγκόσμιου στροβίλου. Είμαι το μάτι των τεράστιων ποταμών, κι όλα γύρα μου χορεύουν, κι ο κύκλος στενεύει ολοένα ορμητικότερος και χύνουνται ουρανός και γης στην κόκκινη καταβόθρα της καρδίας μου.

Κι ο Θεός με αντικρίζει με τρόμο κι αγάπη· άλλη ελπίδα δεν έχει· και λέει: "Τούτος ο Εκστατικός, που όλα τα γεννάει, τα χαίρεται και τα εξαφανίζει, τούτος ο Εκστατικός είναι ο Γιος μου!"

Η ΠΡΑΞΗ
Α΄ ΣΧΕΣΗ ΘΕΟΥ ΚΙ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

Η στερνή, η πιο ιερή μορφή της θεωρίας είναι η πράξη.

Όχι να βλέπεις πώς πηδάει η σπίθα από τη μια γενεά στην άλλη, παρά να πηδάς, να καίγεσαι μαζί της.

Η πράξη είναι η πλατύτερη θύρα της λύτρωσης. Αυτή μονάχα μπορεί να δώσει απόκριση στα ρωτήματα της καρδιάς. Μέσα στις πολύγυρες περιπλοκές του νου, αυτή βρίσκει το συντομώτερο δρόμο. Όχι βρίσκει· δημιουργάει δρόμο, κόβοντας δεξά ζερβά την αντίσταση της λογικής και της ύλης.

Γιατί αγωνίστηκες πίσω από τα φαινόμενα κυνηγώντας τον Αόρατο; Γιατί όλη ετούτη η πολεμική, η ερωτική πορεία ανάμεσα από τη σάρκα σου, από τη ράτσα, από τον άνθρωπο, από τα φυτά κι από τα ζώα; Γιατί, πέρα από τους άθλους τούτους, ο γάμος ο μυστικός, ο τέλειος εναγκαλισμός, η βακχική μαινόμενη επαφή μέσα στο σκοτάδι και στο φως;

Για να φτάσεις άπ΄ όπου κίνησες· στο εφήμερο, παλλόμενο, μύστηριώδικο σημείο της ύπαρξης σου, με νέα μάτια, με νέα αυτιά, με νέα γέψη, όσφρηση κι αφή, με φρένα καινούρια.

Το βαθύ, ανθρώπινο χρέος μας είναι όχι να ξεδιαλύνουμε και να φωτίσουμε το ρυθμό της πορείας του Θεού, παρά να προσαρμόσουμε, όσο μπορούμε, μαζί του το ρυθμό της μικρής, λιγόχρονης ζωής μας.

Έτσι μονάχα κατορθώνουμε να έχτελουμε κάτι αιώνιο εμείς οι θνητοί, γιατί συνεργαζόμαστε με κάποιον Αθάνατο.

Έτσι μονάχα νικούμε τη λεπτομέρεια, τη θανάσιμη αμαρτία, νικούμε τη στενότητα του μυαλού μας, μετουσιώνουμε τη σκλαβιά του χωματένιου υλικού, που μας δόθηκε να δουλέψουμε, σ΄ ελευτερία.

Μέσα σε όλα τούτα, πέρα άπ΄ όλα τούτα, όλοι οι άνθρωποι κι οι λαοί, όλα τα φυτά και τα ζώα, όλοι οι θεοί κι οι δαιμόνοι, σαν ένας στρατός, ορμούν προς τ΄ απάνω, συνεπαρμένοι από μιαν ακατανόητη, ακαταμάχητη Πνοή.

Την Πνοή τούτη μαχόμαστε να κάμουμε ορατή, να της δώσουμε πρόσωπο, να την τυλίξουμε μέσα σε λέξες, σε αλληγορίες και στοχασμούς και ξόρκια, να μη μας φύγει.

Μα δε χωράει στα είκοσι τέσσερα γράμματα που αραδιάζουμε· ξέρουμε, όλες τούτες οι λέξες, οι αλληγορίες, οι στοχασμοί και τα ξόρκια είναι πάλι μια νέα μάσκα που κρύβει την Αβυσσο.

Μα έτσι μονάχα, περιορίζοντας την απεραντοσύνη, μπορούμε, μέσα στα σύνορα του νεοχαραγμένου ανθρώπινου κύκλου, να δουλέψουμε.

Τι θα πει να δουλέψουμε; Να γιομώσουμε τον κύκλο τούτον με πεθυμιές, με ανησυχίες και με πράξες, ν΄ απλωθούμε και να φτάσουμε τα σύνορα, να μη χωρούμε πια, να ραΐζουν και να γκρεμίζουνται. Έτσι, δουλεύοντας τα φαινόμενα, πληθαίνουμε, πλαταίνουμε την ουσία.

Γι΄ αυτό, υστέρα από την επαφή μας με την ουσία, ο γυρισμός μας στα φαινόμενα έχει ανυπολόγιστη αξία.

Είδαμε τον ανώτατο κύκλο των στροβιλιζόμενων δυνάμεων. Τον κύκλο αυτόν τον ονοματίσαμε Θεό. Μπορούσαμε να του δώσουμε ό,τι άλλο όνομα θέλαμε: Αβυσσο, Μυστήριο, Απόλυτο Σκοτάδι, Απόλυτο Φως, Ύλη, Πνέμα, Τελευταία Ελπίδα, Τελευταία Απελπισία, Σιωπή.

Μα τον ονοματίσαμε Θεό, γιατί τ΄ όνομα τούτο μονάχα ταράζει βαθιά, από προαιώνιες αφορμές, τα σωθικά μας. Κι η ταραχή τούτη είναι απαραίτητη για ν΄ αγγίξουμε σώμα με σώμα, πέρα από τη λογική, τη φοβερην ουσία.

Μέσα στο γιγάντιο τούτον κύκλο της θεότητας, χρέος έχουμε να ξεχωρίσουμε και να συλλάβουμε καθαρά το μικρό πύρινο τόξο της εποχής μας.

Απάνω στην αδιόρατη τούτη φλόγινη καμπύλη, βαθιά, μυστικά νογώντας την ορμή αλάκερου του κύκλου, οδεύουμε αρμονικά με το Σύμπαντο, παίρνουμε φόρα και πολεμούμε.

Έτσι η εφήμερη πράξη μας, συνειδητά ακλουθώντας τη φόρα του Σύμπαντου, δεν πεθαίνει μαζί μας.

Δε χάνεται σε μυστική άνεργη ενατένιση αλάκερου του κύκλου· δεν καταφρονάει την άγια, ταπεινή καθημερινή ανάγκη.

Μέσα στο στενό αίματωμένο της αυλάκι, σκυφτή, δουλεύει στέρεα, άνετα νικώντας, μέσα σ΄ ένα μικρό σημείο καιρού και τόπου, τον καιρό και τον τόπο· γιατί το σημείο αυτό ακολουθάει τη θεϊκιάν ορμή αλάκερου του κύκλου.

Δε νοιάζουμαι άλλες εποχές κι άλλοι λαοί τι πρόσωπο έδωκαν στην τεράστια απρόσωπην ουσία. Τη γιόμωσαν με ανθρώπινες αρετές, με αμοιβές και τιμωρίες, με βεβαιότητες. Έδωκαν στις ελπίδες και στους φόβους τους ένα πρόσωπο, υπόταξαν σ΄ ένα ρυθμό την αναρχία τους, βρήκαν μιαν ανώτερη δικαιολογία να ζήσουν και να δουλέψουν. Έκαμαν το χρέος τους.

Μα εμείς ξεπεράσαμε σήμερα τις ανάγκες τούτες, συντρίψαμε τη μάσκα τούτη της Αβυσσος, δε χωράει πια κάτω από το παλιό προσωπείο ο Θεός μας.

Ξεχείλισε η καρδιά μας από νέες αγωνίες, από λάμψη και σιωπή καινούρια. Το μυστήριο αγρίεψε, πλήθυνε ο Θεός. Οι σκοτεινές δυνάμες ανεβαίνουν, πληθαίνουν κι αυτές, όλο το ανθρώπινο νησί σαλεύει.

Ας σκύψουμε στην καρδιά μας κι ας αντικρίσουμε με γενναιότητα την Αβυσσο. Ας επιχειρήσουμε να πλάσουμε πάλι το νέο σύγχρονο πρόσωπο του Θεού μας με τη σάρκα και με το αίμα μας!

Γιατί ο Θεός μας δεν είναι ένας αφηρημένος στοχασμός, μια λογική ανάγκη, ένα αρμονικό αψηλό οικοδόμημα από συλλογισμούς και φαντασίες.

Δεν είναι ένα κατακάθαρο, ουδέτερο, μήτε αρσενικό μήτε θηλυκό, άοσμο, αποσταγμένο κατασκεύασμα του μυαλού μας.

Είναι άντρας και γυναίκα, θνητός κι αθάνατος, κοπριά και πνέμα. Γεννάει, γονιμοποιεί και σκοτώνει, έρωτας μαζί και θάνατος, και πάλι ξαναγεννάει και σκοτώνει· απλόχωρα χορεύοντας πέρα από τα σύνορα της λογικής, που αυτή δεν μπορεί να χωρέσει αντινομίες.

Ο Θεός μου δεν είναι παντοδύναμος. Αγωνίζεται, κιντυνεύει κάθε στιγμή, τρέμει, παραπατάει σε κάθε ζωντανό, φωνάζει. Ακατάπαυτα νικιέται και πάλι ανασηκώνεται, γιομάτος αίμα και χώματα, και ξαναρχίζει τον αγώνα.

Είναι όλος πληγές, τα μάτια του είναι γιομάτα φόβο και πείσμα, τα σαγόνια και τα μελίγγια του είναι συντριμμένα. Μα δεν παραδίνεται, ανεβαίνει· με τα πόδια, με τα χέρια, δαγκάνοντας τα χείλια, ανεβαίνει ανένδοτος.

Ο Θεός μου δεν είναι πανάγαθος. Είναι γιομάτος σκληρότητα, άγρια δικαιοσύνη, και ξεδιαλέγει, ανήλεα, τον καλύτερο. Δε σπλαχνίζεται, δε νοιάζεται για ανθρώπους και ζώα, μήτε γι΄ αρετές κι Ιδέες. Όλα ετούτα τ΄ αγαπάει μια στιγμή, τα συντρίβει αιώνια και διαβαίνει.

Είναι μια δύναμη που χωράει τα πάντα, που γεννάει τα πάντα. Τα γεννάει, τ΄ αγαπάει, και τ΄ αφανίζει. Κι αν πούμε: ο Θεός είναι ένας άνεμος ερωτικός που συντρίβει τα κορμιά για να περάσει, κι αναθυμηθούμε πώς πάντα μέσα στο αίμα και στα δάκρυα, ανήλεα εξαφανίζοντας τ΄ άτομα, δουλεύει ο έρωτας, τότε λίγο πιότερο προσεγγίζουμε το φοβερό του το πρόσωπο.

Ο Θεός μου δεν είναι πάνσοφος. Το μυαλό του είναι ένα κουβάρι από φως και σκοτάδι και πολεμάει να το ξετυλίξει μέσα στο λαβύρινθο της σάρκας.

Παραπατάει, ψαχουλεύει. Αγγίζει δεξιά, γυρίζει πίσω· στρέφεται ζερβά, οσμίζεται. Αγωνιά πάνω στο χάος. Σουρτά, μοχτώντας, ψάχνοντας ακαταμέτρητους αιώνες, νιώθει αργά να φωτίζουνται οι λασπεροί γύροι του μυαλού του.

Μπροστά από το βαρύ κατασκότεινο κεφάλι του, με ανείπωτον αγώνα αρχίζει και δημιουργάει μάτια για να δει, αυτιά για ν΄ ακούσει.

Ο Θεός μου μάχεται χωρίς καμιά βεβαιότητα. Θα νικήσει; Θα νικηθεί; Τίποτα δεν είναι βέβαιο στο Σύμπαντο, ρίχνεται στο αβέβαιο, παίζει, κάθε στιγμή, τη μοίρα του όλη.

Πιάνεται από τα ζεστά κορμιά, άλλο μετερίζι δεν έχει. Φωνάζει βοήθεια· κηρύχνει σε όλο το Σύμπαντο επιστράτεψη.

Χρέος μας, γρικώντας την Κραυγή, να τρέξουμε κάτω από τις σημαίες του, να πολεμήσουμε μαζί του. Η να σωθούμε, η να χαθούμε μαζί του.

Ο Θεός κιντυνεύει. Δεν είναι παντοδύναμος, να σταυρώνουμε τα χέρια, προσδοκώντας τη σίγουρη νίκη· δεν είναι πανάγαθος, να προσδοκούμε μ΄ εμπιστοσύνη πώς θα μας λυπηθεί και θα μας σώσει.

Ο Θεός, μέσα στην περιοχή της εφήμερης σάρκας μας, κιντυνεύει αλάκερος. Δεν μπορεί να σωθεί, αν εμείς με τον αγώνα μας δεν τον σώσουμε· δεν μπορούμε να σωθούμε, αν αυτός δε σωθεί.

Είμαστε ένα. Από το τυφλό σκουλήκι στο βυθό του ωκεανού ως την απέραντη παλαίστρα του Γαλαξία, ένας μονάχα αγωνίζεται και κιντυνεύει, ο εαυτός μας. Και στο μικρό, το χωματένιο στήθος μας, ένας μονάχα αγωνίζεται και κιντυνεύει, το Σύμπαντο.

Καλά πρέπει να νιώσουμε πως δεν οδεύουμε από ενότητα Θεού στην ίδια πάλι ενότητα του Θεού. Δεν οδεύουμε από ένα χάος σε άλλο χάος. Ούτε από ένα φως σε άλλο φως· η από ένα σκοτάδι σε άλλο σκοτάδι. Τι αξία θα ΄χε τότε η ζωή μας τούτη; Τι αξία θα ΄χε αλάκερη η ζωή;

Μα κινήσαμε από ένα χάος παντοδύναμο, από μιαν αξεδιάλυτη, πηχτή, φως και σκοτάδι άβυσσο. Και μαχόμαστε όλοι· φυτά, ζώα, άνθρωποι, ιδέες· στο λιγόστιγμο τούτο διάβα της ατομικής ζωής, να ρυθμίσουμε εντός μας το Χάος, να λαγαρίσουμε την άβυσσο, να κατεργαστούμε μέσα στα κορμιά μας όσο πιότερο σκοτάδι μπορούμε, να το κάμουμε φως.

Δε μαχόμαστε για το εγώ μας, μήτε για τη ράτσα, μήτε για την ανθρωπότητα. Δε μαχόμαστε για τη Γης, μήτε για Ιδέες. Όλα τούτα είναι πρόσκαιρα και πολύτιμα σκαλοπάτια του Θεού που ανηφορίζει· και γκρεμίζουνται, ευθύς ως τα πατήσει ο Θεός ανεβαίνοντας.

Στη μικρότατη αστραπή της ζωής μας, νιώθουμε να πατάει πάνω μας αλάκερος ο Θεός, και ξαφνικά νογουμε: Αν έντονα όλοι πεθυμήσουμε, αν οργανώσουμε όλες τις ορατές κι αόρατες δυνάμες της γης και τις ρίξουμε προς τ΄ απάνω, αν παντοτινά άγρυπνοι όλοι μαζί παραστάτες παλέψουμε· το Σύμπαντο μπορεί να σωθεί.

Όχι ο Θεός θα μας σώσει· εμείς θα σώσουμε το Θεό, πολεμώντας, δημιουργώντας, μετουσιώνοντας την ύλη σε πνέμα.

Μα μπορεί όλος μας ο αγώνας να πάει χαμένος. Αν κουραστούμε, αν λιγοψυχήσουμε, αν μας κυριέψει πανικός, όλο το Σύμπαντο κιντυνεύει.

Η ζωή είναι στρατιωτική θητεία στην υπηρεσία του Θεού. Κινήσαμε σταυροφόροι να λευτερώσουμε, θέλοντας και μη, όχι τον Αγιο Τάφο, παρά το Θεό το θαμμένο μέσα στην ύλη και μέσα στην ψυχή μας.

Κάθε κορμί, κάθε ψυχή είναι Αγιος Τάφος. Αγιος Τάφος είναι ο σπόρος του σιταριού· ας τόνε λευτερώσουμε! Αγιος Τάφος είναι το μυαλό· μέσα του κείτεται ο Θεός και παλεύει με το θάνατο· ας τρέξουμε βοήθεια!

Ο Θεός δίνει το σύνθημα της μάχης, κι ορμώ κι εγώ στην έφοδο τρέμοντας.

Είτε παραπομείνω λιποτάχτης είτε πολεμήσω γενναία, πάντα θα πέσω στη μάχη. Μα τη μια φορά ο θάνατος μου είναι στείρος· μαζί με το κορμί μου χάνεται, σκορπίζεται στον άνεμο κι η ψυχή μου.

Την άλλη, κατεβαίνω στη γης, σαν τον καρπό, γιομάτος σπόρο. Κι η πνοή μου, παρατώντας το κορμί μου να σαπίζει, οργανώνει νέα κορμιά και συνεχίζει τη μάχη.

Η προσευκή μου δεν είναι κλαψούρισμα ζητιάνου μήτε ερωτικιά εξομολόγηση. Μήτε ταπεινός απολογισμός εμποράκου: σου ΄δωκα, δώσε μου.

Η προσευκή μου είναι αναφορά στρατιώτη σε στρατηγό. Αυτό έκαμα σήμερα, να πώς πολέμησα να σώσω στον εδικό μου τομέα αλάκερη τη μάχη, αυτά τα εμπόδια βρήκα, έτσι στοχάζουμαι αύριο να πολεμήσω.

Καβαλάρηδες οδεύουμε στο λιοπύρι η κάτω από σιγανή βροχή· εγώ κι ο Θεός μου· και κουβεντιάζουμε χλωμοί, πεινασμένοι, ανυπόταχτοι.

"Αρχηγέ!" κι εκείνος στρέφει κατά με το πρόσωπο του κι ανατριχιάζω αντικρίζοντας την αγωνία του.

Τραχιά είναι η αγάπη μας, καθόμαστε στο ίδιο τραπέζι, πίνουμε το ίδιο κρασί στη χαμηλή τούτη ταβέρνα της Γης.

Κι ως σκουντρούμε τα ποτήρια μας, αχούν σπαθιά, τινάζουνται μίση κι έρωτες, μεθούμε, οράματα σφαγής ανεβαίνουνε στα μάτια μας, πολιτείες γκρεμίζουνται μέσα στα μυαλά μας, κι είμαστε κι οι δυο λαβωμένοι και κουρσεύουμε, ξεφωνώντας από τους πόνους, ένα μεγάλο Παλάτι.

Β΄ ΣΧΕΣΗ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

Ποια είναι η ουσία του Θεού μας; Ο αγώνας για την ελευτερία. Μέσα στο ακατάλυτο σκοτάδι μια φλογερή γραμμή ανηφορίζει και σημαδεύει την πορεία του Αόρατου. Ποιο είναι το χρέος μας; Ν΄ ανεβαίνουμε την αιματερή τούτη γραμμή μαζί του.

Καλό είναι ό,τι ορμάει προς τ΄ απάνω και βοηθάει το Θεό ν΄ ανηφορίσει. Κακό είναι ό,τι βαραίνει προς τα κάτω, κι αμποδάει το Θεό ν΄ ανηφορίσει.

Όλες οι αρετές κι οι κακίες παίρνουν τώρα καινούρια αξία, λευτερώνουνται από τη στιγμή κι από το χώμα, υπάρχουν απόλυτα μέσα στον άνθρωπο, πριν και μετά τον άνθρωπο, αιώνιες.

Γιατί η ουσία της ηθικής μας δεν είναι η σωτηρία του ανθρώπου, που αλλάζει μέσα στον καιρό και στον τόπο, παρά η σωτηρία του Θεού, που μέσα από λογής λογής ρεούμενες ανθρώπινες μορφές και περιπέτειες είναι πάντα ο ίδιος, ο ακατάλυτος ρυθμός που μάχεται για ελευτερία.

Αθλιοι είμαστε οι άνθρωποι, άκαρδοι, μικροί, τιποτένιοι. Μα μέσα μας, μια ουσία ανώτερη μας μας σπρώχνει ανήλεα προς τ΄ απάνω.

Μέσα από την ανθρώπινη τούτη λάσπη, θεία τραγούδια ανάβρυσαν, Ιδέες μεγάλες, έρωτες σφοδροι, μια έφοδο ακοίμητη, μυστηριώδικη, χωρίς αρχή και τέλος, χωρίς σκοπό, πέρα από κάθε σκοπό.

Τέτοιος βώλος λάσπη είναι η ανθρωπότητα, τέτοιος βώλος λάσπη είναι ο καθένας μας. Ποιο είναι το χρέος μας; Να μαχόμαστε ν΄ ανθίσει ένα μικρό λουλούδι απάνω στο λίπασμα τούτο της σάρκας και του νου μας.

Πολέμα από τα πράματα, πολέμα από τη σάρκα, από την πείνα, από το φόβο, πολέμα από την αρετή κι από την αμαρτία να δημιουργήσεις Θεό.

Πώς ξεκινάει το φως από ένα άστρο και χύνεται μέσα στη μαύρη αιωνιότητα κι οδοιποράει αθάνατο; Το άστρο πεθαίνει· μα το φως ποτέ του· τέτοια κι η κραυγή της ελευτερίας.

Πολέμα, από την πρόσκαιρη συνάντηση των αντίδρομων δυνάμεων που αποτελεί την ύπαρξή σου, να δημιουργήσεις ό,τι αθάνατο μπορεί ο θνητός απάνω στον κόσμο τούτον· μιαν Κραυγή.

Αυτή, παρατώντας στο χώμα το κορμί που το γέννησε, οδοιποράει και δουλεύει αιώνια.

Ένας έρωτας σφοδρός διαπερνάει το Σύμπαντο. Είναι σαν τον αιθέρα: σκληρότερος από το ατσάλι, μαλακότερος από τον αγέρα.

Ανοίγει, διαπερνάει τα πάντα, φεύγει, ξεφεύγει. Δεν αναπαύεται στη θερμή λεπτομέρεια, δε σκλαβώνεται στο αγαπημένο σώμα. Είναι Έρωτας Στρατευόμενος. Πίσω από τους ώμους του αγαπημένου αγναντεύει τους ανθρώπους να σαλεύουν και να βογκούν σαν κύματα, αγναντεύει τα ζώα και τα φυτά να σμίγουν και να πεθαίνουν, αγναντεύει το Θεό να κιντυνεύει και του φωνάζει: "Σώσε με!"

Ο Έρωτας; Πως αλλιώς να ονοματίσουμε την ορμή που, ως ματιάσει την ύλη, γοητεύεται και θέλει να τυπώσει απάνω της την όψη της; Αντικρίζει το σώμα και θέλει να το περάσει, να σμίξει με την άλλη κρυμμένη στο σώμα τούτο ερωτική κραυγή, να γενούν ένα, να χαθούν, να γίνουν αθάνατες μέσα στο γιο.

Ζυγώνει την ψυχή και θέλει να σοφιλιάσει, να μην υπάρχουν εγώ και συ· φυσάει απάνω στη μάζα τους ανθρώπους και θέλει, συντρίβοντας τίς αντίστασες του νου και του κορμιού, να σμίξουν όλες οι πνοές, να γίνουν άνεμος σφοδρός, ν΄ ανασηκώσουν τη γης!

Στις πιο κρίσιμες στιγμές, ο Έρωτας συναρπάζει και σμίγει με βία τους ανθρώπους, οχτρούς και φίλους, καλούς και κακούς, είναι μια πνοή ανώτερη τους, ανεξάρτητη από την επιθυμία κι από τα έργα τους. Είναι η πνοή του Θεού, η αναπνοή του, απάνω στη γης!

Κατεβαίνει απάνω στους ανθρώπους, όπως του αρέσει. Σα χορός, σαν έρωτας, σαν πείνα, σα θρησκεία, σα σφαγή. Δε μας ρωτάει.

Μέσα στη σκάφη της γης, στις κρίσιμες τούτες ώρες, ο Θεός μοχτάει να ζυμώσει τις σάρκες και τα μυαλά και να ρίξει μέσα στον ανήλεο στρόβιλο της περιστροφής του όλη τούτη τη ζύμη και να της δώσει πρόσωπο· το πρόσωπο του.

Δεν πλαντάζει από αηδία, δεν απελπίζεται μέσα στα χωματένια, μουντά σωθικά τους. Δουλεύει, προχωράει, κατατρώει τη σάρκα τους, πιάνεται από την κοιλιά, από την καρδιά, από το φαλλό, από το νου του ανθρώπου.

Δεν είναι αυτός αγαθός οικογενειάρχης, δε μοιράζει σε όλα τα παιδιά του ίσια το ψωμί και το μυαλό. Η Αδικία, η Σκληρότητα, η Λαχτάρα, η Πείνα είναι οι τέσσερεις φοράδες που οδηγούν το άρμα του απάνω στην κακοτράχαλη μας τούτη γης.

Από την ευτυχία, από την καλοπέραση κι από τη δόξα ποτέ δεν πλάθεται ο Θεός, παρά από την ντροπή, από την πείνα και τα δάκρυα. Σε κάθε κρίσιμη στιγμή, μια παράταξη άνθρωποι ριψοκιντύνευαν μπροστά θεοφόροι και πολεμούσαν, παίρνοντας απάνω τους όλη την ευθύνη της μάχης.

Μια φορά κι έναν καιρό οι ιερείς, οι βασιλιάδες, οι αρχόντοι, οι αστοί· και δημιουργούσαν πολιτισμούς, λευτέρωναν τη θεότητα.

Σήμερα ο Θεός είναι αργάτης, αγριεμένος από τον κάματο, από την οργή κι από την πείνα. Μυρίζει καπνό, κρασί κι ίδρωτα. Βλαστημάει, πεινάει, γεννάει παιδιά, δεν μπορεί να κοιμηθεί, φωνάζει στ΄ ανώγια και στα κατώγια της γης και φοβερίζει.

Ο αγέρας άλλαξε, αναπνέμε μιαν άνοιξη βαριά, γιομάτη σπόρους· Φωνές σηκώνουνται. Ποιος φωνάζει; Εμείς φωνάζουμε, οι άνθρωποι· οι ζωντανοί, οι πεθαμένοι κι οι αγέννητοι. Μα κι ευτύς μας πλακώνει ο φόβος και σωπαίνουμε.

Ξεχνούμε από τεμπελιά, από συνήθεια, από αναντρία. Μα ξάφνου πάλι η Κραυγή ξεσκίζει σαν αϊτός τα σωθικά μας.

Γιατί δεν είναι απόξω, δεν έρχεται από αλάργα για να ξεφύγουμε. Μέσα στην καρδιά μας κάθεται η Κραυγή και φωνάζει.

"Κάψε το σπίτι σου!" φωνάζει ο Θεός. "Έρχουμαι! Όποιος έχει σπίτι δεν μπορεί να με δεχτεί.

"Κάψε τις Ιδέες σου, σύντριψε τους συλλογισμούς σου! Όποιος έχει βρει τη λύση δεν μπορεί να με βρει.

"Αγαπώ τους πεινασμένους, τους ανήσυχους, τους αλήτες. Αυτοί αιώνια συλλογιούνται την πείνα, την ανταρσία, το δρόμο τον ατέλειωτο· Έμενα!

"Έρχουμαι! Παράτα τη γυναίκα σου, τα παιδιά σου, τις Ιδέες σου κι ακλούθα μου. Είμαι ο μέγας Αλήτης.

"Ακλούθα! Περπατά απάνω από τη χαρά κι από τη θλίψη, από την ειρήνη, τη δικαιοσύνη, την αρετή! Εμπρός! Σύντριψε τα είδωλα τούτα, σύντριψε τα, δε χωρώ! Συντρίψου και συ για να περάσω!"

Φωτιά! Να το μέγα χρέος μας σήμερα, μέσα σε τόσο ανήθικο κι ανέλπιδο χάος.

Πόλεμο στους άπιστους! Απιστοι είναι οι ευχαριστημένοι, οι χορτασμένοι, οι στείροι.

Το μίσος μας είναι χωρίς συβιβασμό, γιατί κατέχει πώς καλύτερα, βαθύτερα από τις ξέπνοες φιλάνθρωπες αγάπες, δουλεύει τον έρωτα.

Μισούμε, δε βολευόμαστε, είμαστε άδικοι, σκληροί, γιομάτοι ανησυχία και πίστη, ζητούμε το αδύνατο, σαν τους ερωτεμένους.

Φωτιά, να καθαρίσει η γης! Ν΄ ανοιχτεί άβυσσο φοβερώτερη ακόμα ανάμεσα καλού και κακού, να πληθύνει η αδικία, να κατεβεί η Πείνα και να θερίσει τα σωθικά μας, αλλιώς δε σωζόμαστε.

Μια κρίσιμη βίαιη στιγμή είναι η ιστορική εποχή μας ετούτη, ένας κόσμος γκρεμίζεται, ένας άλλος δεν έχει ακόμα γεννηθεί. Η εποχή μας δεν είναι στιγμή Ισορρόπησης, οπόταν η ευγένεια, ο συβιβασμός, η ειρήνη, η αγάπη θα ΄τανε γόνιμες αρετές.

Ζούμε τη φοβερή έφοδο, δρασκελίζουμε τους οχτρούς, δρασκελίζουμε τους φίλους που παραπομένουν, κιντυνεύουμε μέσα στο χάος, πνιγόμαστε. Δε χωρούμε πια στις παλιές αρετές κι ελπίδες, στις παλιές θεωρίες και πράξες.

Ο άνεμος του ολέθρου φυσάει· αυτή είναι σήμερα η πνοή του Θεού μας· ας πάμε μαζί του! Ο άνεμος του ολέθρου είναι το πρώτο χορευτικό συνέπαρμα της δημιουργικής περιστροφής. Φυσάει πάνω από τις κεφαλές κι από τις πολιτείες, γκρεμίζει τις Ιδέες και τα σπίτια, περνάει από τις ερημιές, φωνάζει: "Ετοιμαστείτε! Πόλεμος! Πόλεμος!"

Τούτη είναι η εποχή μας, καλή ή κακή, ωραία ή άσκημη, πλούσια ή φτωχή, δεν τη διαλέξαμε. Τούτη είναι η εποχή μας, ο αγέρας που αναπνέμε, η λάσπη που μας δόθηκε, το ψωμί, η φωτιά, το πνέμα!

Ας δεχτούμε παλικαρίσια την ανάγκη. Πολεμικός μας έλαχε ο κλήρος, ας ζώσουμε σφιχτά τη μέση μας, ας αρματώσουμε το κορμί, την καρδιά και το μυαλό μας! Ας πιάσουμε τη θέση μας στη μάχη!

Ο πόλεμος είναι ο νόμιμος άρχοντας του καιρού τούτου. Σήμερα, άρτιος, ενάρετος άνθρωπος είναι μονάχα ο πολεμιστής. Γιατι μονάχα αυτός, πιστός στη μεγάλη πνοή του καιρού μας, γκρεμίζοντας, μισώντας, επιθυμώντας, ακολουθάει το σύγχρονο πρόσταγμα του Θεού μας.

Η ταύτιση μας τούτη με το Σύμπαντο γεννάει τις δυο ανώτατες αρετές της ηθικής μας: την ευθύνη και τη θυσία.

Μέσα μας, μέσα στον άνθρωπο, μέσα στα σκοτεινά πλήθη, χρέος έχουμε να βοηθήσουμε το Θεό, που πλαντάει, να λευτερωθεί.

Κάθε στιγμή πρέπει να ΄μαστε έτοιμοι για χάρη του να δώσουμε τη ζωή μας. Γιατι η ζωή δεν είναι σκοπός, είναι όργανο κι αυτή, όπως ο θάνατος, όπως η ομορφιά, η αρετή, η γνώση. Όργανο τίνος; Του Θεού που πολεμάει για ελευτερία.

Όλοι είμαστε ένα, όλοι είμαστε μια κιντυνεύουσα ουσία. Μια ψυχή στην άκρα του κόσμου που ξεπέφτει, συντραβάει στον ξεπεσμό της και την ψυχή μας. Ένα μυαλό στην άκρα του κόσμου που βυθίζεται στην ηλιθιότητα, γιομώνει τα μελίγγια μας σκοτάδι.

Γιατι ένας στα πέρατα τ΄ ουρανού και της γης αγωνίζεται. Ο Ένας. Κι αν χαθεί, εμείς έχουμε την ευθύνη. Αν χαθεί, εμείς χανόμαστε.

Να γιατί η σωτηρία του Σύμπαντου είναι και δική μας σωτηρία κι η αλληλεγγύη με τους ανθρώπους δεν είναι πια τρυφερόκαρδη πολυτέλεια παρά βαθιά αυτοσυντήρηση κι ανάγκη. Ανάγκη, όπως σ΄ ένα στρατο που μάχεται, η σωτηρία του παραστάτη σου.

Μα η ηθική μας ανηφορίζει ακόμα αψηλότερα. Όλοι είμαστε ένας στρατός και μαχόμαστε. Μα δεν ξέρουμε με βεβαιότητα αν θα νικήσουμε, δεν ξέρουμε με βεβαιότητα αν θα νικηθούμε.

Υπάρχει σωτηρία, υπάρχει ένας σκοπός που τον υπηρετούμε κι υπηρετώντας τον βρίσκουμε τη λύτρωση μας; ή δεν υπάρχει σωτηρία, δεν υπάρχει σκοπός, όλα είναι μάταια κι η συνεισφορά μας δεν έχει καμιάν αξία;

Μήτε το ένα μήτε το άλλο. Ο Θεός μας δεν είναι παντοδύναμος, δεν είναι πανάγαθος, δεν είναι σίγουρος πώς θα νικήσει, δεν είναι σίγουρος πώς θα νικηθεί.

Η ουσία του Θεού μας είναι σκοτεινή, ωριμάζει ολοένα, ίσως η νίκη στερεώνεται με κάθε γενναία μας πράξη, ίσως κι όλες τούτες οι αγωνίες για λυτρωμό και νίκη είναι κατώτερες από τη φύση της θεότητας.

Ό,τι κι αν είναι, εμείς πολεμούμε χωρίς βεβαιότητα, κι η αρετή μας, μη όντας σίγουρη για την αμοιβή, αποχτάει βαθύτατη ευγένεια.

Όλες οι εντολές αναστατώνουνται. Δε βλέπουμε, δεν ακούμε, δε μισούμε, δεν αγαπούμε πια σαν πρώτα. Ανανεώνεται η παρθενία της γης. Καινούρια γέψη παίρνει το ψωμί, το νερό, η γυναίκα. Καινούρια, ανυπολόγιστη αξία, η πράξη.

Όλα αποχτούν απροσδόκητη αγιότητα· η ομορφιά, η γνώση, η ελπίδα, ο οικονομικός αγώνας, οι καθημερινές, τάχατε ασήμαντες, έγνοιες. Παντού ανατριχιάζοντας νογούμε την ίδια γιγάντια σκλαβωμένη Πνοή να μάχεται για ελευτερία.

Καθένας έχει το δρόμο τον εδικό του που τόνε φέρνει στη λύτρωση· ο ένας την αρετή, ο άλλος την κακία.

Αν ο δρόμος που οδηγάει στη λύτρωση σου είναι η αρρώστια, η ψευτιά, η ατιμία, χρέος σου να βυθιστείς στην αρρώστια, στην ψευτιά, στην ατιμία, για να τις νικήσεις. Αλλιώς δε σώζεσαι.

Αν ο δρόμος που οδηγάει στη λύτρωση σου είναι η αρετή, η χαρά, η αλήθεια, χρέος σου να βυθιστείς στην αρετή, στη χαρά, στην αλήθεια, για να τις νικήσεις, να τις αφήσεις πίσω σου. Αλλιώς δε σώζεσαι.

Δεν πολεμούμε τα σκοτεινά μας πάθη με νηφάλια, αναιμικιά, ουδέτερη, πάνω από τα πάθη αρετή. Παρά με άλλα σφοδρότερα πάθη.

Αφήνουμε τη θύρα μας ανοιχτή στην αμαρτία. Δε βουλώνουμε τ΄ αυτιά μας να μην ακούσουμε τις Σειρήνες. Δε δενόμαστε από φόβο στο κατάρτι μιας μεγάλης Ιδέας· μήτε παρατούμε το καράβι και χανόμαστε γρικώντας, φιλώντας τίς Σειρήνες.

Παρά εξακολουθούμε την πορεία μας, αρπάζουμε και ρίχνουμε τις Σειρήνες στο καράβι μας και ταξιδεύουν κι αυτές μαζί μας. Τούτη είναι, σύντροφοι, η καινούρια Ασκητική μας!

Ο Θεός φωνάζει στην καρδιά μου: Σώσε με!

Ο Θεός φωνάζει στους ανθρώπους, στα ζώα, στα φυτά, στην ύλη: Σώσε με!

Ακου την καρδιά σου κι ακλούθα τον. Σύντριψε το σώμα σου κι ανάβλεψε: Όλοι είμαστε ένα!

Αγάπα τον άνθρωπο, γιατί είσαι συ.

Αγάπα τα ζώα και τα φυτά, γιατι ήσουνα συ, και τώρα σε ακλουθούν πιστοί συνεργάτες και δούλοι.

Αγάπα το σώμα σου· μονάχα με αυτο στη γης ετούτη μπορείς να παλέψεις και να πνεματώσεις την ύλη.

Αγάπα την ύλη· απάνω της πιάνεται ο Θεός και πολεμάει. Πολέμα μαζί του.

Να πεθαίνεις κάθε μέρα. Να γεννιέσαι κάθε μέρα. Ν΄ αρνιέσαι ό,τι έχεις κάθε μέρα. Η ανώτατη αρετή δεν εϊναι να ΄σαι ελεύτερος, παρά να μάχεσαι για ελευτερία.

Μην καταδέχεσαι να ρωτάς: "Θα νικήσουμε; Θα νικηθούμε;" Πολέμα!

Η επιχείρηση του Σύμπαντου, για μιαν εφήμερη στιγμή, όσο ζεις, να γίνει επιχείρηση δική σου. Τούτος είναι, σύντροφοι, ο καινούριος Δεκάλογος μας!

Γ΄ ΣΧΕΣΗ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΣΗΣ

Ο κόσμος τούτος, όλη η πλούσια, απέραντη σειρά τα φαινόμενα, δεν είναι απάτη, φαντασμαγορία πολύχρωμη του αντικαθρεφτιζόμενου νου μας. Μήτε απόλυτη πραγματικότητα, που ζει και μεταπλάθεται ανεξάρτητη από τη δύναμη του νου μας, λεύτερη.

Δεν είναι η λαμπερή στολή που ντύνει το μυστικό σώμα του Θεού. Μήτε το διάφανό και σκοτεινό μεσότοιχο αναμεσός ανθρώπου και μυστηρίου.

Όλος τούτος ο κόσμος που θωρούμε, γρικούμε κι αγγίζουμε είναι η προσιτή στις ανθρώπινες αίστησες, όλο Θεό συμπύκνωση των δυο τεράστιων δυνάμεων του Σύμπαντου.

Μια δύναμη κατηφορίζει και θέλει να σκορπίσει, ν΄ ακινητήσει, να πεθάνει. Μια δύναμη ανηφορίζει και ζητάει ελευτερία κι αθανασία.

Αιώνια τα δυο τούτα στρατέματα, τα σκοτεινά και φωτερά, τα στρατέματα της ζωής και του θανάτου, συγκρούονται. Τα ορατά για μας χνάρια της σύγκρουσης τούτης είναι τα πράματα, τα φυτά, τα ζώα, οι άνθρωποι.

Αιώνια οι αντίθετες δυνάμες συγκρούονται, σμίγουν, παλεύουν, νικούν και νικουνται, συβιβάζουνται και ξαναρχίζουν πάλι να πολεμούν σε όλο το Σύμπαντο· από τον αόρατο στρόβιλο σε μια στάλα νερό ως τον απέραντο αστροκατακλυσμό του Γαλαξία.

Στρατόπεδο αλάκερου του Θεού είναι και το πιο ταπεινό έντομο κι η πιο μικρή Ιδέα. Μέσα τους όλος ο Θεός είναι παραταγμένος σε κρίσιμη μάχη.

Και στο πιο ασήμαντο μόριο γης κι ουρανού ακούω το Θεό μου να φωνάζει: Βοήθεια!

Το κάθε πράμα είναι αυγό, και μέσα του το σπέρμα του Θεού ανήσυχο, ακοίμητο δουλεύει. Αρίφνητες δυνάμες απομέσα του κι απόξω παρατάζουνται και το υπερασπίζουν.

Με το φως του μυαλού, με τη φλόγα της καρδίας πολιορκώ την κάθε φυλακή του Θεού, ψάχνοντας, δοκιμάζοντας, χτυπώντας, ν΄ ανοίξω μέσα στο φρούριο της ύλης θύρα, να δημιουργήσω μέσα στο φρούριο της ύλης τη θύρα της ηρωικής έξοδος του Θεού μας.

Πολέμα, ενεδρεύοντας με υπομονή τα φαινόμενα, να τα υποτάξεις σε νόμους. Έτσι ανοίγεις δρόμους στο χάος και βοηθάς το πνέμα να βαδίσει.

Βάλε τάξη, την τάξη του μυαλού σου, στη ρεούμενη αναρχία του κόσμου. Καθαρά χάραξε απάνω στην άβυσσο το σχέδιο της μάχης.

Πάλεψε με τις φυσικές δυνάμες, ανάγκασε τις να ζευτούν σε σκοπόν ανώτερο τους. Λευτέρωσε το πνέμα που αγωνίζεται μέσα τους και λαχταράει να σμίξει με το πνέμα που αγωνίζεται στα σωθικά σου.

Όταν στο χάος ο άνθρωπος παλεύοντας υποτάξει μια σειρά φαινόμενα στους νόμους του μυαλού του κι αυστηρά τους νόμους τούτους περικλείσει στο λόγο, ο κόσμος ανασαίνει, ταχτοποιούνται οι φωνές, ξεκαθαρίζουνται τα μελλούμενα κι όλες οι σκοτεινές ατέλειωτες ποσότητες των αριθμών λευτερώνουνται υποταζόμενες στη μυστική ποιότητα.

Με τη βοήθεια του νου μας βιάζουμε την ύλη να ΄ρθει μαζί μας. Ξεστρατίζουμε τις δυνάμες που κατηφορούν, αλλάζουμε το ρέμα, μετουσιώνουμε τη σκλαβιά σε ελευτερία.

Δε λευτερώνουμε μονάχα Θεό παλεύοντας κι υποτάζοντας τον ορατό γύρα μας κόσμο· δημιουργούμε Θεό.

Ανοιξε τα μάτια σου, φωνάζει ο Θεός· θέλω να δω! Στύλωσε τ΄ αυτιά σου, θέλω ν΄ ακούσω! Πήγαινε μπροστά· είσαι η κεφαλή μου!

Η πέτρα σώζεται αν τη σηκώσουμε από τη λάσπη και τη χτίσουμε σ΄ ένα σπίτι ή αν σκαλίσουμε απάνω της το πνέμα.

Ο σπόρος σώζεται· τι θα πει σώζεται; λευτερώνει το μέσα του Θεό· ανθίζοντας, καρπίζοντας, ξαναγυρίζοντας στο χώμα· ας βοηθήσουμε το σπόρο να σωθεί.

Ο κάθε άνθρωπος έχει ένα κύκλο δικό του από πράματα, από δέντρα, ζώα, ανθρώπους, Ιδέες· και τον κύκλο τούτον έχει χρέος αυτός να τον σώσει. Αυτός, κανένας άλλος. Αν δεν τον σώσει, δεν μπορεί να σωθεί.

Είναι οι άθλοι οι δικοί του που έχει χρέος να τελέψει προτού πεθάνει. Αλλιώς δε σώζεται. Γιατί η ίδια η ψυχή του είναι σκορπισμένη, σκλαβωμένη στα πράματα τούτα γύρα του, στα δέντρα, στα ζώα, στους ανθρώπους, στις Ιδέες, κι αυτή, την ψυχή του, σώζει τελώντας τους άθλους.

Αν είσαι αργάτης, δούλευε τη γης, βόηθα τη να καρπίσει. Φωνάζουν οι σπόροι μέσα από τα χώματα, φωνάζει ο Θεός μέσα από τους σπόρους. Λευτέρωσε τον. Ένα χωράφι προσμένει από σένα τη λύτρωση, μια μηχανή προσμένει από σένα την ψυχή της. Πια δεν μπορείς να σωθείς, αν δεν τα σώσεις.

Αν είσαι πολεμιστής, μη λυπάσαι, δεν είναι στην περιοχή του χρέους σου η συμπόνια. Σκότωνε τον οχτρό ανήλεα. Μέσα από το σώμα του οχτρού άκου το Θεό να φωνάζει: "Σκότωσε το σώμα τούτο, μ΄ εμποδίζει· σκότωσε το να περάσω!"

Αν είσαι σοφός, πολέμα στο κρανίο, σκότωνε τις Ιδέες, δημιούργα καινούριες. Ο Θεός κρύβεται μέσα σε κάθε Ιδέα, όπως μέσα σε σάρκα. Σύντριψε την Ιδέα, λευτέρωσε τον! Δώσε του μιαν άλλη Ιδέα, πιο απλόχωρη, να κατοικήσει.

Αν είσαι γυναίκα, αγάπα. Διάλεξε, ανάμεσα άπ΄ όλους τους άντρες, με σκληρότητα, τον πατέρα των παιδιών σου. Δε διαλέγεις εσύ· διαλέγει ο άναρχος, ακατάλυτος, ανήλεος μέσα σου αρσενικός Θεός. Τέλεψε όλο σου το χρέος, το γιομάτο πίκρα, έρωτα κι αντρεία. Δώσε όλο σου το κορμί, το γιομάτο αίμα και γάλα.

Να λες: Ετούτος, που κρατώ στον κόρφο μου και τον βυζαίνω, θα σώσει το Θεό. Ας του δώσω το αίμα μου όλο και το γάλα.

Βαθιά, απροσμέτρητη η αξία του ρεούμενου τούτου κόσμου: από αυτόν πιάνεται ο Θεός κι ανεβαίνει· από αυτόν θρέφεται ο Θεός και πληθαίνει.

Ανοίγει η καρδιά μου, φωτίζεται ο νους, και μονομιάς το φοβερό τούτο στρατόπεδο του κόσμου μου ξεσκεπάζεται ερωτικιά παλαίστρα.

Δυο σφοδροί αντίθετοι άνεμοι, ο ένας αρσενικός, ο άλλος θηλυκός, συναντήθηκαν και συγκρούονται σ΄ ένα σταυροδρόμι. Σοζυγιάστηκαν μια στιγμή, πύκνωσαν, γένηκαν ορατοί.

Το σταυροδρόμι τούτο είναι το Σύμπαντο. Το σταυροδρόμι τούτο είναι η καρδιά μου.

Από το πιο σκοτεινό μόριο ύλης ως τον πιο μεγάλο στοχασμό, μεταδίνεται ο χορός της γιγάντιας ερωτικιάς σύγκρουσης.

Η όλη είναι η γυναίκα του Θεού μου· οι δυο μαζί παλεύουν, γελούν και κλαίνε, φωνάζουν μέσα στο θάλαμο της σάρκας.

Γεννοβολούν, μελίζουνται. Γιομώνουν στεριά και θάλασσα κι αγέρας από φυτολόι, ζωολόι, ανθρωπολόι και πνέματα, το αρχέγονο ζευγάρι μέσα στο κάθε ζωντανό αγκαλιάζεται, διαμελίζεται και πληθαίνει.

Όλη η αγωνία του Σύμπαντου συμμαζωμένη ξεσπάει στο κάθε ζωντανό και ο Θεός μέσα στη γλύκα, μέσα στην πίκρα της σάρκας κιντυνεύει.

Μα τινάζεται, πηδάει από τα φρένα κι από τα λαγόνια, χιμάει, πιάνεται από καινούρια λαγόνια και φρένα, και ξεσπάει πάλι απαρχής ο αγώνας για την ελευτερία.

Για πρώτη φορά, απάνω στη γης ετούτη, μέσα από το νου κι από την καρδιά μας, κοιτάζει ο Θεός τον αγώνα του.

Χαρά! Χαρά! Δεν ήξερα πως ο κόσμος τούτος είναι τόσο ένα μαζί μου, πως όλοι είμαστε ένας στρατός, πως οι ανεμώνες και τ΄ άστρα μάχουνται, δεξά ζερβά μου, και δε με γνωρίζουν, μα εγώ στρέφουμαι και τους γνέφω.

Θερμό, αγαπημένο, γνώριμο, μυρίζοντας σαν το κορμί μου, είναι το Σύμπαντο. Έρωτας μαζί και πόλεμος, σφοδρή ανησυχία, επιμονή κι αβεβαιότητα.

Αβεβαιότητα και τρόμος. Σε μια βίαιη αστραπή ξεχωρίζω: στην πιο αψηλή κορφή της δύναμης αγκαλιάζουνται· το πιο στερνό, το πιο φοβερό αντρόγυνο- ο Τρόμος κι η Σιγή. Κι ανάμεσα τους μια Φλόγα.

Η ΣΙΓΗ

Μια Φλόγα είναι η ψυχή του ανθρώπου· ένα πύρινο πουλί, πηδάει από κλαρί σε κλαρί, από κεφάλι σε κεφάλι, και φωνάζει: "Δεν μπορώ να σταθώ, δεν μπορώ να καώ, κανένας δεν μπορεί να με σβήσει!"

Δέντρο φωτιά γίνεται ολομεμιάς το Σύμπαντο. Ανάμεσα από τους καπνούς κι από τις φλόγες, αναπαμένος στην κορυφή της πυρκαγιάς, κρατώ αμόλευτο, δροσερό, γαλήνιο, τον καρπό της φωτιάς, το Φως.

Από την αψηλή τούτη κορυφή κοιτάζω την κόκκινη γραμμή που ανηφορίζει· τρεμάμενο αίματερό φωσφόρισμα, που σούρνεται σαν έντομο ερωτεμένο μέσα από τους αποβροχάρικους γύρους του μυαλού μου.

Εγώ, ράτσα, άνθρωποι, γης, θεωρία και πράξη, Θεός, φαντάσματα από χώμα και μυαλό, καλά για τις απλοϊκές καρδιές που φοβούνται, καλά για τις ανεμογγάστρωτες ψυχές που θαρρούν πως γεννούνε.

Από που ερχόμαστε; Που πηγαίνουμε; Τι νόημα έχει τούτη η ζωή; φωνάζουν οι καρδιές, ρωτούν οι κεφαλές, χτυπώντας το χάος.

Και μια φωτιά μέσα μου κίνησε ν΄ απαντήσει. Θα ΄ρθει μια μέρα, σίγουρα, η φωτιά να καθαρίσει τη γης. Θα ΄ρθει μια μέρα, σίγουρα, η φωτιά να εξαφανίσει τη γης. Αυτή είναι η Δευτέρα Παρουσία.

Μια γλώσσα πύρινη είναι η ψυχή κι αγλείφει και μάχεται να πυρπολήσει τον κατασκότεινο όγκο του κόσμου. Μια μέρα όλο το Σύμπαντο θα γίνει πυρκαγιά.

Η φωτιά είναι η πρώτη κι η στερνή προσωπίδα του Θεού μου. Ανάμεσα σε δυο μεγάλες πυρές χορεύουμε και κλαίμε.

Λαμποκοπούν, αντηλαρίζουν οι στοχασμοι και τα κορμιά μας. Γαλήνιος στέκουμαι ανάμεσα στις δυο πυρές κι είναι τα φρένα μου ακίνητα μέσα στον ίλιγγο και λέω:

Πολύ μικρός είναι ο καιρός, πολύ στενός είναι ο τόπος ανάμεσα στις δυο πυρές, πολύ οκνός είναι ο ρυθμός ετούτος της ζωής· δεν έχω καιρό, δεν έχω τόπο να χορέψω! Βιάζουμαι!

Κι ολομεμιάς ο ρυθμός της γης γίνεται ίλιγγος, ο χρόνος εξαφανίζεται, η στιγμή στροβιλίζεται, γίνεται αίωνιότητα, το κάθε σημείο -θες έντομο, θες άστρο, θες Ιδέα· γίνεται χορός.

Ήταν φυλακή, κι η φυλακή συντρίβεται κι οι φοβερές δυνάμες μέσα λευτερώνουνται και το σημείο δεν υπάρχει πια!

Ο ανώτατος αυτός βαθμός της άσκησης λέγεται: Σιγή. Όχι γιατί το περιεχόμενο είναι η ακρότατη άφραστη απελπισία για η ακρότατη άφραστη χαρά κι ελπίδα. Μήτε γιατί είναι η ακρότατη γνώση, που δεν καταδέχεται να μιλήσει, για η ακρότατη άγνοια, που δεν μπορεί.

Σιγή θα πει: Καθένας, αφού τελέψει τη θητεία του σε όλους τους άθλους, φτάνει πια στην ανώτατη κορφή της προσπάθειας· πέρα από κάθε άθλο, δεν αγωνίζεται, δε φωνάζει· ωριμάζει αλάκερος σιωπηλά, ακατάλυτα, αιώνια με το Σύμπαντο.

Αρμοδέθηκε πια, σοφίλιασε με την άβυσσο, όπως ο σπόρος του αντρός με το σπλάχνο της γυναίκας.

Είναι πια η άβυσσο η γυναίκα του και τη δουλεύει, ανοίγει, τρώει τα σωθικά της, μετουσιώνει το αίμα της, γελάει, κλαίει, ανεβαίνει, κατεβαίνει μαζί της, δεν την αφήνει!

Πώς μπορείς να φτάσεις στο σπλάχνο της άβυσσος και να την καρπίσεις; Αυτό δεν μπορεί να ειπωθεί, δεν μπορεί να στριμωχτεί σε λόγια, να υποταχτεί σε νόμους· καθένας έχει και τη λύτρωση τη δική του, απόλυτα ελεύτερος.

Διδασκαλία δεν υπάρχει, δεν υπάρχει Λυτρωτής που ν΄ ανοίξει δρόμο. Δρόμος ν΄ ανοιχτεί δεν υπάρχει.

Καθένας, ανεβαίνοντας απάνω από τη δική του κεφαλή, ξεφεύγει από το μικρό, όλο απορίες μυαλό του.

Μέσα στη βαθιά Σιγή, όρθιος, άφοβος, πονώντας και παίζοντας, ανεβαίνοντας ακατάπαυτα από κορυφή σε κορυφή, ξέροντας πως το ύψος δεν έχει τελειωμό, τραγουδά, κρεμάμενος στην άβυσσο, το μαγικό τούτο περήφανο ξόρκι:

ΠΙΣΤΕΥΩ Σ΄ ΕΝΑ ΘΕΟ, ΑΚΡΙΤΑ, ΔΙΓΕΝΗ, ΣΤΡΑΤΕΥΟΜΕΝΟ, ΠΑΣΧΟΝΤΑ, ΜΕΓΑΛΟΔΥΝΑΜΟ, ΟΧΙ ΠΑΝΤΟΔΥΝΑΜΟ, ΠΟΛΕΜΙΣΤΗ ΣΤ΄ ΑΚΡΟΤΑΤΑ ΣΥΝΟΡΑ, ΣΤΡΑΤΗΓΟ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑ ΣΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΦΩΤΕΙΝΕΣ ΔΥΝΑΜΕΣ, ΤΙΣ ΟΡΑΤΕΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΑΟΡΑΤΕΣ.

ΠΙΣΤΕΥΩ ΣΤ΄ ΑΝΑΡΙΘΜΗΤΑ, ΕΦΗΜΕΡΑ ΠΡΟΣΩΠΕΙΑ ΠΟΥ ΠΗΡΕ Ο ΘΕΟΣ ΣΤΟΥΣ ΑΙΩΝΕΣ ΚΑΙ ΞΕΚΡΙΝΩ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΑΥΤΗ ΡΟΗ ΤΟΥ ΤΗΝ ΑΚΑΤΑΛΥΤΗ ΕΝΟΤΗΤΑ.

ΠΙΣΤΕΥΩ ΣΤΟΝ ΑΓΡΥΠΝΟ ΒΑΡΥΝ ΑΓΩΝΑ ΤΟΥ, ΠΟΥ ΔΑΜΑΖΕΙ ΚΑΙ ΚΑΡΠΙΖΕΙ ΤΗΝ ΥΛΗ· ΤΗ ΖΩΟΔΟΧΑ ΠΗΓΗ ΦΥΤΩΝ, ΖΩΩΝ ΚΙ ΑΝΘΡΩΠΩΝ.

ΠΙΣΤΕΥΩ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, ΤΟ ΧΩΜΑΤΕΝΙΟ ΑΛΩΝΙ, ΟΠΟΥ ΜΕΡΑ ΚΑΙ ΝΥΧΤΑ ΠΑΛΕΥΕΙ Ο ΑΚΡΙΤΑΣ ΜΕ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ.

"ΒΟΗΘΕΙΑ!" ΚΡΑΖΕΙΣ, ΚΥΡΙΕ. "ΒΟΗΘΕΙΑ!" ΚΡΑΖΕΙΣ, ΚΥΡΙΕ, ΚΙ ΑΚΟΥΩ.

ΜΕΣΑ ΜΟΥ ΟΙ ΠΡΟΓΟΝΟΙ ΚΙ ΑΠΟΓΟΝΟΙ ΚΙ ΟΙ ΡΑΤΣΕΣ ΟΛΕΣ, ΚΙ ΟΛΗ Η ΓΗΣ, ΑΚΟΥΜΕ ΜΕ ΤΡΟΜΟ, ΜΕ ΧΑΡΑ, ΤΗΝ ΚΡΑΥΓΗ ΣΟΥ.

ΜΑΚΑΡΙΟΙ ΟΣΟΙ ΑΚΟΥΝ ΚΑΙ ΧΥΝΟΥΝΤΑΙ ΝΑ ΣΕ ΛΥΤΡΩΣΟΥΝ, ΚΥΡΙΕ, ΚΑΙ ΛΕΝ: "ΕΓΩ ΚΑΙ ΣΥ ΜΟΝΑΧΑ ΥΠΑΡΧΟΥΜΕ."

ΜΑΚΑΡΙΟΙ ΟΣΟΙ ΣΕ ΛΥΤΡΩΣΑΝ, ΣΜΙΓΟΥΝ ΜΑΖΙ ΣΟΥ, ΚΥΡΙΕ, ΚΑΙ ΛΕΝ: "ΕΓΩ ΚΑΙ ΣΥ ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΝΑ."

ΚΑΙ ΤΡΙΣΜΑΚΑΡΙΟΙ ΟΣΟΙ ΚΡΑΤΟΥΝ, ΚΑΙ ΔΕ ΛΥΓΟΥΝ, ΑΠΑΝΩ ΣΤΟΥΣ ΩΜΟΥΣ ΤΟΥΣ, ΤΟ ΜΕΓΑ, ΕΞΑΙΣΙΟ, ΑΠΟΤΡΟΠΑΙΟ ΜΥΣΤΙΚΟ:

ΚΑΙ ΤΟ ΕΝΑ ΤΟΥΤΟ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ!
ΤΕΛΟΣ

- Νίκος Καζαντζάκης -

ΠΗΓΗ